Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Μαρτυριάρα λεύκα


     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας σκανταλιάρης σκίουρος, που του άρεσαν πολύ οι πλάκες και τα παιχνίδια. Θα μου πείτε, και σε ποιον δεν αρέσουν. Ε, σε εκείνον τον σκίουρο άρεσαν πάρα πολύ, τόσο, που δεν περνούσε μέρα χωρίς να κάνει μια σκανταλιά. Η μεγαλύτερή του διασκέδαση ήταν όταν οι άλλοι ανακάλυπταν τις σκανταλιές του, κάτι που δεν ίσχυε φυσικά για τους άλλους.
     Όλοι έλεγαν ότι όταν μεγάλωνε θα σοβάρευε επιτέλους, και το ίδιο πίστευε και η μητέρα του, όμως ο καιρός περνούσε, ο σκίουρος μεγάλωνε, αλλά η συμπεριφορά του παρέμενε ίδια, για να μην πούμε ότι χειροτέρεψε κιόλας, αφού όλο του έρχονταν και νέες ιδέες για σκανταλιές... 
     Οι άλλοι σκίουροι έπιασαν τη μητέρα του και της είπαν να του μιλήσει. Το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει το επόμενο "θύμα" του. 
     - Παιδί είναι..., είπε τότε.
     Οι άλλοι σκίουροι δεν είπαν τίποτα, αλλά μεταξύ τους όλοι είπαν ότι ήταν μια ανίκανη μάνα. Και οι σκανταλιές συνεχίστηκαν.
     Μη φανταστείτε, όμως, ότι ο σκανταλιάρης σκίουρος δεν είχε φίλους. Φίλους είχε, και μάλιστα πολλούς, επειδή πολλοί ήθελαν να κάνουν σκανταλιές όπως εκείνος, αλλά δεν τολμούσαν. Και ο σκανταλιάρης σκίουρος, ανάμεσα στους φίλους του αισθανόταν βασιλιάς.
     Μια μέρα, ένας από τους φίλους του σκανταλιάρη σκίουρου είχε μια ιδέα πολύ ριψοκίνδυνη: να πάνε στην καλύβα μιας μάγισσας που γνώριζαν ότι έμενε βαθιά μέσα στο δάσος, να μπουν μέσα και να της ανακατέψουν τα μαγικά της φίλτρα. Φυσικά, ο πληθυντικός ήταν σχήμα λόγου. Αυτό που εννοούσε ήταν ότι όλα αυτά έπρεπε να τα κάνει ο σκανταλιάρης φίλος του.
     - Καταπληκτική ιδέα!  αναφώνησε ο σκανταλιάρης σκίουρος, παρ'όλο που - μεταξύ μας - ένιωσε μέσα του μια ανησυχία. Θα πάω αύριο κιόλας!
     Και την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, ξεκίνησε για το δάσος.
     - Πού πας, παιδί μου; ρώτησε η μητέρα του.
     Αλλά εκείνος δεν της απάντησε και η μητέρα του απλώς αναστέναξε και συνέχισε τη δουλειά της.
     Τα δέντρα μέσα στο δάσος ήταν αρκετά πυκνά, αλλά ο σκίουρος είχε πάει και στους προσκόπους και ήξερε να προσανατολίζεται πολύ καλά, οπότε δεν καθυστέρησε πολύ για να βρει το σωστό δρόμο. Περπάτησε αρκετά και μόλις το δάσος πύκνωσε τόσο που σκοτείνιασαν σχεδόν όλα γύρω του άρχισε να είναι περπατάει πιο προσεκτικά. Ευτυχώς που ως σκίουρος δεν χρειαζόταν να περπατάει στο έδαφος, αλλιώς κάποιος θα μπορούσε να ακούσει τα βήματά του επάνω στα ξερά, πεσμένα φύλλα.
     Έψαξε λίγη ώρα και τελικά, σε ένα μικρό ξέφωτο όπου μόλις και χωρούσε, εντόπισε τη μικρή καλύβα της μάγισσας. Πλησίασε προσεκτικά και παρατήρησε την καλύβα. Από την καμινάδα της δεν έβγαινε καπνός, που σήμαινε ότι η μάγισσα δε μαγείρευε. Πλησίασε κι άλλο. Πήδηξε επάνω στα παλιά κεραμίδια της σκεπής, προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο και ακούμπησε το αυτί του. Αφού πέρασε λίγη ώρα χωρίς να ακούσει το παραμικρό, ο σκίουρος βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας στην καλύβα και μπήκε μέσα, κατεβαίνοντας προσεκτικά από την καμινάδα.
     Η καλύβα, πραγματικά, ήταν άδεια. Γύρω του, οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με ράφια και στα ράφια υπήρχαν διάφορα μπουκαλάκια γεμάτα με χρωματιστά υγρά. Σε έναν μόνο τοίχο υπήρχαν βιβλία, και αυτά φαίνονταν πολύ παλιά και πολυχρησιμοποιημένα.
     Ο σκίουρος δεν έχασε καιρό και άρχισε να ανακατεύει το περιεχόμενο των μπουκαλιών μεταξύ τους. Και άλλες φορές το μόνο που γινόταν ήταν να αλλάξει μόνο το χρώμα, άλλες φορές όμως από τα μπουκαλάκια έβγαινε καπνός και ο σκίουρος τρόμαζε λίγο. Η ώρα περνούσε και ο σκίουρος συνέχιζε απτόητος. Και τότε, ξαφνικά, ακούστηκε μία πόρτα να τρίζει. Η μάγισσα είχε επιστρέψει!
      Βιαστικά ο σκίουρος έκλεισε τα μπουκαλάκια που κρατούσε και τα έβαλε στη θέση τους. Ίσα που πρόλαβε να χωθεί στην καμινάδα της καλύβας.
     - Τι έγινε εδώ μέσα; αναρωτήθηκε η μάγισσα. Μυρίζει καμμένο...
     Δεν είδε τίποτα που να της τραβήξει την προσοχή.
     - Πω!Πω! Πτώμα είμαι, είπε στη συνέχεια. Ας πιω λίγο από το τονωτικό μου...
     Και έπιασε ένα μπουκαλάκι από το ράφι και το άνοιξε. Η μάγισσα ξίνισε λίγο τη μούρη της.
     - Σαν χαλασμένο μυρίζει, είπε και ήπιε μια γουλιά.
     Ξαφνικά, η μύτη της μάγισσας άρχισε να μακραίνει, να μακραίνει, να μακραίνει, και τσουπ! ξεφύτρωσε στη θέση της ένα ράμφος!
     - Κάποιος μπήκε στην καλύβα μου και πείραξε τα φίλτρα μου, σκέφτηκε η μάγισσα και θύμωσε πολύ.
     Πήγε σε ένα τραπέζι, όπου βρισκόταν μια κρυστάλλινη μπάλα, και κοίταξε μέσα. Και είδε τον σκίουρο, που τώρα έτρεχε από κλαδί σε κλαδί μέσα στο δάσος και η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελλή.
     Και η μάγισσα άρπαξε την σκούπα της και το μαγικό της ραβδί και όρμησε να πιάσει τον σκίουρο. Και δεν ήταν και τόσο δύσκολο να τον βρει, αφού οι ιπτάμενες σκούπες τρέχουν πιο γρήγορα από τους σκίουρους.
     - Άμπρα-κατάμπρα! είπε η μάγισσα και κούνησε το ραβδί της. 
     Και μία κόκκινη ακτίνα έφυγε από το ραβδί και χτύπησε τον σκίουρο, πάνω που πηδούσε από μία οξιά σε μία καστανιά. 
     Και κανείς δεν ξαναείδε τον σκίουρο ποτέ, αλλά από τότε η μάγισσα απόκτησε ένα πιστό κοράκι, που καθόταν πάντα στον ώμο της και παρακολουθούσε ό,τι κι αν έκανε. Και έφτιαξε και ένα φίλτρο η μάγισσα και ξανάφτιαξε τη μύτη της όπως ήταν πριν. Και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε ο σκανταλιάρης σκίουρος, αφού δεν υπήρξαν μάρτυρες.
     - Και πώς το έμαθες εσύ; θα μου πείτε.
     Ας είναι καλά μια μαρτυριάρα λεύκα. Εκείνη μου το είπε.