Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Αδίστακτη εγκληματίας

   
     Σάλο έχει προκαλέσει η είδηση της επ'αυτοφώρω σύλληψης της Κουκουφίτσας, δίδυμης αδερφής της Κοκκινοσκουφίτσας. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, η Κουκουφίτσα πιάστηκε να κόβει αγριολούλουδα μέσα σε προστατευόμενο δρυμό, αδίκημα για το οποίο αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια!
     Στον εισαγγελέα που την ανέκρινε, η Κουκουφίτσα δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η περιοχή όπου βρισκόταν τελούσε υπό καθεστώς ειδικής προστασίας, επειδή δεν υπήρχαν ενημερωτικές πινακίδες, κάτι που, όπως επισήμανε ο εισαγγελέας, δεν ισχύει, αφού η περιφέρεια όπου ανήκει ο δρυμός έχει επενδύσει άγνωστο πόσα εκατομμύρια στην προμήθεια και τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων ακόμα και όπου είναι εντελώς περιττές. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Κουκουφίτσας ότι αν είχε δει ενημερωτικές πινακίδες σίγουρα θα τις είχε λάβει υπόψη δεν έπεισαν το δικαστήριο, καθώς τα τελευταία χρόνια εθεάθη πολλάκις - σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες - όχι απλώς να μη σέβεται, αλλά να σημαδεύει και να πυροβολεί πινακίδες κατά μήκος των εθνικών οδών όλης της χώρας.
     Σε αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε ότι η Κουκουφίτσα επικαλέστηκε το πρόβλημα υγείας της γιαγιάς της για να δικαιολογήσει το κόψιμο των αγριολούλουδων, καθώς ισχυρίστηκε πως η άρρωστη γιαγιά της αγαπάει πολύ τα αγριολούλουδα και ιδιαίτερα τις ανεμώνες. Επίσης, δήλωσε πως η μητέρα της την έστειλε μέσα στον δρυμό, επειδή από εκεί περνάει ο συντομότερος δρόμος για το σπίτι της γιαγιάς της.
      Το δικαστήριο δεν αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς της, αλλά δήλωσε ότι θα δεχτεί κάθε είδους μάρτυρα υπεράσπισης που θα μπορούσε να σκεφτεί η κατηγορούμενη, και της όρισε ως δικηγόρο την Νυσταγμένη Πριγκήπισσα, καθώς η Κουκουφίτσα δήλωσε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει δικό της δικηγόρο.
     Η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα κάθησε στη θέση της και ανάμεσα στα χασμουρητά της κάλεσε διάφορους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και τον Κακό Λύκο, ο οποίος δήλωσε ότι η Κουκουφίτσα είναι γενικά ένα αξιόπιστο άτομο, συνεπές στα ραντεβού του, και ότι η σύλληψη και η κράτησή της τον οδηγούσε κυριολεκτικά στη λιμοκτονία, στερώντας του έναν εκλεκτό μεζέ. Ο Κακός Λύκος ζήτησε επίσης την αθώωση και την άμεση αποφυλάκιση της Κουκουφίτσας για τους λόγους τους οποίους προανέφερε, αλλά ο πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε ότι δεν μπορούν οι μάρτυρες να υπαγορεύουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων και πέρασε στον επόμενο μάρτυρα. Η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος, καθώς τα χασμουρητά της δεν της επέτρεπαν να ακούει τα όσα λέγονταν.
     Μετά την κατάθεση και του τελευταίου μάρτυρα το δικαστήριο συνεδρίασε και στη συνέχεια ο πρόεδρος του δικαστηρίου ανακοίνωσε την ετυμηγορία, που δεν ήταν άλλη από τη φυλάκιση της Κουκουφίτσας σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, στην έρημο Καλαχάρι, μακριά από οποιαδήποτε χλωρίδα θα μπορούσε να κινδυνέψει από το χέρι της αδίστακτης - κατά το δικαστήριο - λουλουδοκτόνου. Η διάρκεια της φυλάκισης ορίστηκε στα πέντε χρόνια, τα οποία δεν είναι εξαγοράσιμα λόγω της σοβαρότητας του εγκλήματος.
     Μιλώντας στους δημοσιογράφους που κάλυψαν τη δίκη, η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα δήλωσε ότι πρόκειται ξεκάθαρα για μία περίπτωση δικαστικής πλάνης, η οποία και θα αποδειχτεί αφού προτίθεται να ασκήσει έφεση, προκειμένου να αποδείξει κάτι που δεν ακούστηκε τι ήταν, επειδή η δήλωση διακόπηκε από ένα δυνατό χασμουρητό. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι αυτό που προτίθεται να αποδείξει η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα με την έφεση είναι η αθωότητα της πελάτισσάς της, σε αντίθετη περίπτωση θα σας ενημερώσουμε με νέο ανακοινωθέν.
     Κατά την απομάκρυνση της Κουκουφίτσας, συνοδεία αστυνομικών, από τα δικαστήρια, και καθώς την οδηγούσαν στην κλούβα της αστυνομίας που θα την πήγαινε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας, κάποιος από τους δημοσιογράφους που ήταν παρόντες τη ρώτησε αν είχε κάτι να δηλώσει.
     - Είμαι αθώα, είπε εκείνη και μπήκε στην κλούβα.
     - Και αυτό θα αποδειχτεί κατά την εκδίκαση της έφεσης, συμπλήρωσε η Νυσταγμένη Πριγκήπισσα και χασμουρήθηκε.

    

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ζουν ανάμεσά μας

     Είναι πολύ ωραίο να περπατάς με τα μάτια ανοιχτά. Και είναι πολύ ωραίο, όχι επειδή δεν κινδυνεύεις να πέσεις, αλλά - κυρίως - επειδή, όταν έχεις τα μάτια ανοιχτά βλέπεις ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα. Έτσι περπατάει και η Πίπη και, μέχρι στιγμής, ποτέ δεν έχει βγει χαμένη.
     Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι όταν λέω "να περπατάς με τα μάτια ανοιχτά" δεν εννοώ απλώς να είναι ανοιχτά τα βλέφαρα και να είναι ορατή η ίριδα, δεν εννοώ να περπατάς σαν ρομποτάκι προγραμματισμένο στον αυτόματο πιλότο, εννοώ να κοιτάς δεξιά και αριστερά αναμένοντας την έκπληξη, όπως κάνουν οι φωτογράφοι, που ποτέ δεν ξέρουν πότε θα τους προκύψει το επόμενο θέμα τους...
     Το ξέρω ότι αυτό δεν γίνεται αυτόματα, αλλά θέλει εξάσκηση, δεν είναι όμως δύσκολο να αποκτήσουμε αυτή τη συνήθεια, πιστέψτε με. Η Πίπη, δηλαδή, είναι καλύτερη που μπορεί;
     Η Πίπη, λοιπόν, πάντα προσέχει γύρω της, κοιτάζει τα σπίτια, κοιτάζει τα δέντρα, κοιτάζει τον ουρανό, και πολλές φορές αλλάζει λίγο τη διαδρομή της για να δει νέες εικόνες. Αυτό βοηθάει στην ψυχολογία και δίνει πρόσθετο ενδιαφέρον στην καθημερινότητα.
     Σε μία από τις πολύ πρωινές της διαδρομές - πηγαίνοντας προς τον χώρο της αμειβόμενης δουλείας, δηλαδή - η Πίπη είχε δει κάτι προεξοχές στον κορμό ενός δέντρου, αλλά επειδή ήταν πολύ νωρίς και το φως δεν ήταν αρκετό, και επειδή βιαζόταν και λίγο, δεν είχε καταλάβει τι ήταν.
     Θα μπορούσαν να ήταν μανιτάρια, όμως τα μανιτάρια βρίσκονται στο δάσος, εκεί που βρίσκονται και τα Στρουμφάκια, και με δεδομένο ότι η Πίπη δεν είχε δει κανένα Στρουμφάκι στην πόλη, ήταν λογικό να θεωρήσει ότι μανιτάρια δεν ήταν.
     Έφτασε, όμως, η μέρα να λυθούν οι απορίες της Πίπης, καθώς έτυχε να περάσει από το δέντρο εκείνο, χωρίς να βιάζεται και σε ώρα που το φως του ήλιου ήταν πολύ δυνατό. Πλησίασε, λοιπόν, το δέντρο, και τι να δει; Ένα τεράστιο μανιτάρι!
     - Τι μεγάλο που είναι! σκέφτηκε η Πίπη και πλησίασε.
     Ήταν πράγματι μεγάλο και έμοιαζε με σφουγγάρι. Αλλά τι έκανε ένα μανιτάρι επάνω σε ένα δέντρο, μέσα στην πόλη;
     - Να δεις που τα Στρουμφάκια κατοικούν και στην πόλη, σκέφτηκε η Πίπη. 
     Βέβαια, όσο το κοίταζε, τόσο περισσότερο βεβαιωνόταν. Αυτό το μανιτάρι, θα μπορούσε άνετα να είναι σπίτι (πόσο μεγάλα είναι τα Στρουμφάκια;), για να μην πούμε ότι αν επρόκειτο για μυρμήγκια θα μπορούσε να είναι ένας υπερυψωμένος συναυλιακός χώρος: στο πιο ψηλό μέρος η ορχήστρα με τα έγχορδα και πιο χαμηλά, γύρω-γύρω, το κοινό... 
     Εκείνη την ώρα, ένα περιστέρι πέταξε επάνω στο δέντρο.
     - Τι κοιτάζεις; τη ρώτησε.
     - Κοιτάζω αυτό το μανιτάρι και αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να είναι, απάντησε η Πίπη.
     - Θα σου πω εγώ που ξέρω, είπε το περιστέρι. Είναι εξέδρα.
     Μα, βέβαια, μία εξέδρα! Πώς δεν το είχε σκεφτεί πιο μπροστά;
     - Ναι, αλλά ποιος την χρησιμοποιεί αυτήν την εξέδρα; ρώτησε η Πίπη το περιστέρι.
     - Ε, μη μου πεις πως δε φαντάζεσαι... Τα Στρουμφάκια, φυσικά!
     - Ώστε υπάρχουν Στρουμφάκια;
     - Φυσικά και υπάρχουν, τι ερώτηση είναι αυτή;
     - Ναι, αλλά εγώ δεν τα έχω δει...
     - Μα, πώς θα τα δεις, αφού κρύβονται; Η πόλη δεν είναι και το ασφαλέστερο μέρος για να μείνει κανείς, ξέρεις...
     - Και ζουν πολλά Στρουμφάκια στην πόλη;
     - Αρκετά. Εγώ έχω δει πάνω από εκατό, σε μία συγκέντρωση.
     - Και πώς δεν τα είδε κανείς;
     - Μα, δε σου είπα ότι κρύβονται; Και επιπλέον, φοράνε στολές παραλλαγής, στα χρώματα της ασφάλτου και των ξερών φύλλων. Άσε που οι συγκεντρώσεις τους γίνονται αφού δύσει ο ήλιος...
     - Ώστε έτσι, ε; σκέφτηκε η Πίπη. Και τι θα γίνει που εγώ θέλω να τα δω τα Στρουμφάκια;
     Το περιστέρι πέταξε μακριά και η Πίπη έμεινε μόνη της. Κοίταξε δεξιά και αριστερά. Αν υπήρχαν πολλά Στρουμφάκια, τότε πού ήταν τα σπιτάκια τους; Ο δρόμος ήταν ήσυχος, και κίνηση δεν υπήρχε. Άραγε, τα Στρουμφάκια έμεναν εκεί κοντά; Μήπως έμεναν στους κήπους των σπιτιών εκεί γύρω;
     Απάντηση σε αυτά τα ερωτήματά της, φυσικά, δεν πήρε η Πίπη, αλλά, όπως καταλαβαίνετε, από εδώ και εμπρός θα είναι ακόμα πιο προσεκτική στον δρόμο. Θα κοιτάζει στις άκρες των πεζοδρομίων, πίσω από τους κάδους, μέσα στους κήπους, ειδικά τους εγκαταλελειμμένους, στα άχτιστα οικόπεδα, στις νησίδες των δρόμων... Δεν μπορεί, κάπου θα τα πετύχει τα Στρουμφάκια, τώρα που βεβαιώθηκε ότι ζουν ανάμεσά μας...

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Περιμένοντας...


     Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα όμορφο χωριό, σχεδόν δίπλα σε ένα ήρεμο ποτάμι και μέσα στις πρασινάδες, ζούσε μια νέα και όμορφη κοπέλα. Η κοπέλα είχε χάσει τους γονείς της αρκετά μικρή και ζούσε μόνη της σε ένα πολύ μικρό σπιτάκι, που ήταν ίσα-ίσα ένα δωμάτιο. Το δωμάτιο αυτό, που ήταν το σπίτι της, ήταν πάντα συγυρισμένο και στο τσουκάλι, που ήταν επάνω σε μια μικρή φωτιά στο τζάκι, πάντα κάτι μαγείρευε η προκομένη εκείνη κοπέλα.
     Για να ζήσει έραβε φορέματα για τις πλούσιες κοπέλες του χωριού και ήταν τόσο καλή στη δουλειά της, που σιγά-σιγά άρχισαν να έρχονται παραγγελίες για φορέματα και από τα γειτονικά χωριά. Αλλά, παρ'όλο που ήταν τόσο καλή ράφτρα, τα δικά της φορέματα ήταν παλιά και μπαλωμένα. Βλέπετε, δεν προλάβαινε να ράψει καινούργιο φόρεμα για τον εαυτό της, αφού όλη μέρα έραβε για άλλους.
     Η νεαρή ράφτρα αγαπούσε έναν νέο του χωριού, ένα αγροτόπαιδο με μπράτσα στιβαρά και ηλιοκαμένο από τον ήλιο δέρμα. Το αγροτόπαιδο αγαπούσε και εκείνο την κοπέλα, αλλά πώς να την παντρευτεί που ήταν και οι δύο φτωχοί; Και πού θα έμεναν, αν παντρεύονταν; Στο ένα μικρό δωμάτιο που ζούσε η κοπέλα, ή στο πατρικό το δικό του, που ήταν επίσης μικρό και ασφυκτικά γεμάτο, καθώς εκεί ζούσαν οι γονείς του και τα πέντε του αδέρφια;
     - Πού θα μείνουμε; τη ρωτούσε.
     - Δεν έχει σημασία, απαντούσε εκείνη. Αρκεί να είμαστε μαζί.
     - Και πώς θα ζούμε; ξαναρωτούσε εκείνος.
     - Όπως ζούσαμε και τώρα, απαντούσε ξανά εκείνη. Μόνο πως τώρα θα μένουμε μαζί.
     Αλλά ο νεαρός δεν ήθελε να ακούσει τίποτα.
     - Όχι, της είπε, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Εσύ αξίζεις τα καλύτερα, δεν μπορώ να σε αναγκάσω να ζεις όπως εγώ. Γι'αυτό κι εγώ θα φύγω.
     - Πού θα πας; τον ρώτησε εκείνη.
     - Θα πάω στην πόλη να δουλέψω, να μαζέψω λεφτά, και όταν μαζέψω αρκετά, θα γυρίσω για να παντρευτούμε.
     Μάταια προσπάθησε να τον μεταπείσει η κοπέλα, εκείνος ήταν ανένδοτος. Και ένα πρωί, με το πρώτο τρένο, ο νεαρός έφυγε για την πόλη, και η κοπέλα έμεινε στην άκρη της αποβάθρας, να του κουνάει το μαντήλι, μέχρι που ο καπνός του τρένου ανακατεύτηκε στο βάθος του ορίζοντα με τα σύννεφα και δεν ξεχώριζε άλλο.
     Από εκείνη τη μέρα, η κοπέλα έπεσε σε μελαγχολία, αλλά τη δουλειά της συνέχισε να την κάνει, αφού έπρεπε με κάποιον τρόπο να ζήσει, μέχρι να γυρίσει ο καλός της. Μόνο πως κάθε φορά που άκουγε το τρένο να πλησιάζει, εκείνη έτρεχε στον σταθμό, με την ελπίδα να τον δει να γυρίζει. Όμως ο καιρός περνούσε και τα τρένα επέστρεφαν χωρίς εκείνον μέσα.
     Η φήμη της άρχισε να εξαπλώνεται και στα πιο πέρα χωριά και η δουλειά αυξήθηκε. Χωρίς να το καταλάβει, η κοπέλα άρχισε να κερδίζει περισσότερο από τη δουλειά της και μια μέρα ανακάλυψε ότι είχε στα χέρια της έναν μικρό θησαυρό.
     - Τι να τα κάνω τόσα λεφτά; σκέφτηκε.
     Και αμέσως μετά της ήρθε η ιδέα να τα χρησιμοποιήσει για να μεγαλώσει το σπίτι της, έτσι ώστε να επισπεύσει την επιστροφή του καλού της. Και με τα λεφτά που είχε μαζέψει, φώναξε χτίστες και άρχισε να χτίζει και μια δεύτερη καμαρούλα. Αυτό, φυσικά, δεν έφτανε, θα χρειαζόταν κι άλλο δωμάτιο. Και η κοπέλα ρίχτηκε στη δουλειά με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και επιμονή.
     Και το σπιτάκι της κοπέλας σιγά-σιγά μεγάλωνε, και αποκτούσε και άλλα δωμάτια, και απόκτησε και δεύτερο όροφο, με όμορφη κεραμιδοσκεπή και με παραθυρόφυλλα κουκλίστικα. Ορίστε, τώρα είχε και κουζίνα, και μπάνιο, και σαλόνι, και υπνοδωμάτια για τα παιδιά, μέχρι και δωμάτιο για τους ξένους είχε, και σε αυτό καθόταν τώρα η κοπέλα και έραβε στην καινούργια της ραπτομηχανή, που τη βοηθούσε να ράβει περισσότερα φορέματα και να κερδίζει περισσότερα λεφτά.
     Παρ'όλη την πολλή δουλειά της, η κοπέλα δεν έπαψε να πηγαίνει κάθε μέρα στον σταθμό, όταν άκουγε το τρένο, για να δει αν είχε επιστρέψει ο καλός της, αλλά ο καιρός περνούσε, τα χρόνια περνούσαν και τα τρένα συνέχισαν να έρχονται άδεια. Ο σταθμάρχης, που ήταν νέος και ονειροπόλος, την είδε και του έκανε εντύπωση που πήγαινε στον σταθμό κάθε μέρα. Την πρόσεξε περισσότερο και είδε ότι στο πρόσωπό της φαινόταν μια μελαγχολία, που της έδινε μια ανεξήγητη ομορφιά. Χωρίς να το καταλάβει, ο νέος ερωτεύτηκε την κοπέλα και αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο.
     Η κοπέλα είπε στον νέο την ιστορία της και του εξήγησε ότι περίμενε τον αγαπημένο της να γυρίσει, όμως εκείνος της επισήμανε ότι ήδη είχαν περάσει πολλά χρόνια από όταν την είχε αφήσει ο αγαπημένος της και ίσως και να την είχε ξεχάσει. Του ζήτησε λίγο περιθώριο να σκεφτεί την πρότασή του και εκείνος έφυγε.
     Έμεινε μόνη της να σκέφτεται. Ο νέος αυτός συμπαθητικός ήταν, ευγενικός ήταν, δουλειά είχε, τίποτα δεν της είχε ζητήσει, εκείνη είχε πια ένα ολόκληρο σπίτι έτοιμο για οικογένεια, και από την άλλη, η αλήθεια ήταν πως δεν καλοθυμόταν πια πώς ήταν ο καλός της... Κι αν εκείνος όντως την είχε ξεχάσει; Κι αν είχε βρει άλλη γυναίκα εκεί στην πόλη που οι πειρασμοί ήταν πολλοί και μεγάλοι;
     Είπε πως θα του έδινε μια ακόμα ευκαιρία. Πως αν δεν ερχόταν με το τρένο της επόμενης μέρας, τότε μόνο εκείνη θα δεχόταν την πρόταση γάμου του νέου σταθμάρχη. Και η επόμενη μέρα ήρθε, και με αυτήν ήρθαν και τα τρένα της. Και όλα τα τρένα ήταν άδεια, όπως πάντα.
     Έτσι, η κοπέλα δέχτηκε την πρόταση γάμου του σταθμάρχη, και το νυφικό της το έραψε η ίδια και ήταν μια οπτασία... Οι δυο τους μετακόμισαν στο διώροφο σπιτάκι της κοπέλας και άρχισαν την κοινή τους ζωή. Και σιγά-σιγά, το σπίτι γέμισε φωνούλες από παιδάκια και οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι...
     Στο μεταξύ, το αγροτόπαιδο δούλευε σκληρά στην πόλη και καθόλου δεν είχε ξεχάσει την αγαπημένη του, αλλά πώς θα γύριζε αν δεν είχε μαζέψει αρκετά λεφτά για να φτιάξουν το σπίτι τους και να παντρευτούνε; Η ζωή ήταν δύσκολη στην πόλη, που ήταν τεράστια και γεμάτη κόσμο, και τα έξοδα για να ζεις εκεί ήταν πολλά. Τα περισσότερα από τα κέρδη του τα ξόδευε για να ζήσει και οι αποταμιεύσεις του ήταν ακόμα πενιχρές.
     Ένα βράδυ, εκεί που μετρούσε τις οικονομίες του και τις έβρισκε, όπως πάντα, απελπιστικά μικρές, τον έπιασε μια μεγάλη νοσταλγία για το χωριό του.  Τόσα χρόνια είχε να δει τους δικούς του. Τους είχε απαρνηθεί όλους για να κερδίσει λεφτά και να ζήσει καλύτερα, αλλά τα λεφτά αργούσαν ακόμα και στο μεταξύ οι γονείς του μεγάλωναν. Ίσως θα έπρεπε τελικά να γυρίσει πίσω, να παντρευτεί την κοπέλα του, και ας ήταν φτωχοί, και ας ζούσαν σε εκείνο το μικρό το δωμάτιο που, σε τελευταία ανάλυση, πάντα μοσχομύριζε φρεσκομαγειρεμένο φαγητό...
     Έτσι, ο νέος παραιτήθηκε από τη δουλειά του, πήρε το τρένο και γύρισε στο χωριό του. Βρήκε τον σταθμό έρημο, χωρίς κανέναν να τον περιμένει, αλλά εκείνος τον δρόμο τον ήξερε. Και μια και δυο κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι της αγαπημένης του, αλλά δεν το βρήκε!
     Στη θέση του βρισκόταν ένα όμορφο, διώροφο σπιτάκι, και από μέσα ακούγονταν φωνές παιδιών. Τι να είχε γίνει; Να είχε πάθει τίποτα η αγαπημένη του; Να είχε φύγει από το χωριό;
     Εκείνη την στιγμή, ως δια μαγείας, άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και από μέσα ξεπρόβαλαν δύο παιδάκια, που χοροπηδούσαν και έπαιζαν, και από πίσω τους ακολουθούσε μια καλοντυμένη, νέα κοπέλα, που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. Η καρδιά του σκίρτησε: ήταν εκείνη!
     Μα και εκείνη τον γνώρισε και έσπευσε να τον χαιρετήσει. Του χαμογέλασε και τον καλωσόρισε, ενώ τα παιδάκια ήρθαν κοντά της. Ναι, ήταν πια παντρεμένη και ευτυχισμένη, δε χωρούσε αμφιβολία, αυτά ήταν τα παιδάκια της, ο άντρας της ήταν ο σταθμάρχης, είχε περιμένει πολύ καιρό για εκείνον και στο μεταξύ είχαν αλλάξει τόσα, δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, και εκείνος δεν της είχε γράψει ούτε ένα γράμμα...
     Ο νέος χαμήλωσε το κεφάλι και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Είχε φύγει, σίγουρος ότι όταν γύριζε θα τα έβρισκε όλα όπως τα είχε αφήσει και είχε γυρίσει και τα είχε βρει όλα αλλαγμένα.
     - Θα μείνεις για φαγητό; τον ρώτησε εκείνη. Αν θέλεις μπορείς να μείνεις και το βράδυ, τώρα έχουμε ξενώνα.
     Και του έδειξε το δωμάτιο, που κάποτε ήταν το μοναδικό της σπίτι όλο κι όλο...

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Φτερωτή συνεπιβάτις




     Στην αρχή δεν την πήρα είδηση. Μόνο που ένιωσα ένα απαλό χάδι στον σβέρκο μου. Ύστερα, όμως, δε γινόταν να μην την δω. Εξάλλου, ήρθε και στάθηκε ακριβώς μπροστά μου, πώς να μην την έβλεπα; Και, ενώ είχα ήδη ανοίξει το τάμπλετ και είχα ξεκινήσει το διάβασμα, αναγκάστηκα να κάνω ένα διάλειμμα.
     - Πώς από εδώ; τη ρώτησα.
     - Βγήκα για βόλτα, μου απάντησε.
     - Για βόλτα; Και πού, δηλαδή, πήγαινες βόλτα;
     - Δεν είχα συγκεκριμένο σκοπό. Βγήκα το πρωί και είπα να γυρίσω λίγο, να δω καμιά βιτρίνα, ξέρεις...
     - Και εδώ κάτω, τι δουλειά έχεις;
     - Ε, να, ξένη είμαι, από άλλο τόπο έρχομαι, πρώτη φορά στο κέντρο, εκεί που είμαι εγώ μετρό δεν έχει...
     Κούνησα το κεφάλι μου με κατανόηση.
     - ... και αφού περνούσα από την είσοδο του σταθμού, να μην μπω μέσα; Ακολούθησα, λοιπόν, μία κοπέλα με τατουάζ και μπήκα στον σταθμό.
     - Πώς σου φάνηκε;
     - Πολύ μεγάλος, βρε παιδί μου... Τόσο μεγάλος που χάνεσαι!
     - Δηλαδή εσύ χάθηκες;
     - Ε, με τόσες εξόδους που έχει δεν ήξερα από πού να βγω. Αλλά ύστερα σκέφτηκα "αφού έφτασα μέχρι εδώ, δεν κατεβαίνω και παρακάτω να δω τους συρμούς;" και,  ακολουθώντας έναν κύριο με παχύ μουστάκι, κατέβηκα στην αποβάθρα.
     - Και ύστερα;
     - Ε, ύστερα ήρθε ο συρμός.
     - Και μπήκες;
     - Αφού με βλέπεις... Τι να έκανα, να τον άφηνα να φύγει; Και πώς θα έβγαινα από τον σταθμό ύστερα;
     - Ακολουθώντας κάποιον άλλο επιβάτη, υποθέτω...
     - Για εσένα είναι απλό, αλλά για εμένα που πρώτη φορά μπήκα δεν είναι και τόσο εύκολο, μην κοροϊδεύεις...
     Σταμάτησε να μιλάει. Μάλλον είχε θυμώσει μαζί μου. Ξαναγύρισα, λοιπόν, κι εγώ στο τάμπλετ μου και συνέχισα το διάβασμα. Το μάτι μου, όμως, όλο και γύριζε προς το μέρος της... Εκείνη παρέμενε ακίνητη στην ίδια θέση.
     - Να δεις που μπορεί να μπερδευτεί και να μην ξέρει ούτε πώς να βγει από το συρμό, σκέφτηκα. Ίσως θα έπρεπε να την πάρω μαζί μου...
     Και ξαφνικά σκέφτηκα ότι το χάδι στον σβέρκο μου ίσως να σήμαινε ότι της είχα πάρει τη θέση. Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση, θα έπρεπε να την αποζημιώσω, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να τη βοηθήσω να βρει την έξοδο. Θα τη δεχόταν, άραγε, τη βοήθειά μου;
     Στο μεταξύ, φτάναμε στον προορισμό μου. Κι αν εκείνη δεν κατέβαινε εκεί; Αν, για παράδειγμα, ήθελε να φτάσει μέχρι το τέρμα; Δεν πειράζει, εγώ απλώς θα προσφερόμουν να τη συνοδεύσω στην έξοδο και αν δεν ήθελε, ας μη με ακολουθούσε.
     Εκείνη παρέμενε ακίνητη. Μήπως είχε πάρει κανέναν υπνάκο; Ο συρμός είχε αρχίσει να επιβραδύνει. Ό,τι ήταν να κάνω, έπρεπε να γίνει σύντομα. Και καθώς ο συρμός σταματούσε, έκανα να σκύψω προς το μέρος της. Πριν προλάβω, όμως, να κινηθώ εκείνη, με μία απότομη κίνηση, τινάχτηκε και απομακρύνθηκε βιαστικά. Ούτε που πρόλαβα να δω πού πήγε.
     Πάντως, κάτι μου λέει ότι παρέμεινε μέσα. Αλλιώς, φαντάζομαι πως θα την έβλεπα στις κυλιόμενες, να ακολουθεί κάποιον άλλον επιβάτη...

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Μαρτυριάρα λεύκα


     Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας σκανταλιάρης σκίουρος, που του άρεσαν πολύ οι πλάκες και τα παιχνίδια. Θα μου πείτε, και σε ποιον δεν αρέσουν. Ε, σε εκείνον τον σκίουρο άρεσαν πάρα πολύ, τόσο, που δεν περνούσε μέρα χωρίς να κάνει μια σκανταλιά. Η μεγαλύτερή του διασκέδαση ήταν όταν οι άλλοι ανακάλυπταν τις σκανταλιές του, κάτι που δεν ίσχυε φυσικά για τους άλλους.
     Όλοι έλεγαν ότι όταν μεγάλωνε θα σοβάρευε επιτέλους, και το ίδιο πίστευε και η μητέρα του, όμως ο καιρός περνούσε, ο σκίουρος μεγάλωνε, αλλά η συμπεριφορά του παρέμενε ίδια, για να μην πούμε ότι χειροτέρεψε κιόλας, αφού όλο του έρχονταν και νέες ιδέες για σκανταλιές... 
     Οι άλλοι σκίουροι έπιασαν τη μητέρα του και της είπαν να του μιλήσει. Το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει το επόμενο "θύμα" του. 
     - Παιδί είναι..., είπε τότε.
     Οι άλλοι σκίουροι δεν είπαν τίποτα, αλλά μεταξύ τους όλοι είπαν ότι ήταν μια ανίκανη μάνα. Και οι σκανταλιές συνεχίστηκαν.
     Μη φανταστείτε, όμως, ότι ο σκανταλιάρης σκίουρος δεν είχε φίλους. Φίλους είχε, και μάλιστα πολλούς, επειδή πολλοί ήθελαν να κάνουν σκανταλιές όπως εκείνος, αλλά δεν τολμούσαν. Και ο σκανταλιάρης σκίουρος, ανάμεσα στους φίλους του αισθανόταν βασιλιάς.
     Μια μέρα, ένας από τους φίλους του σκανταλιάρη σκίουρου είχε μια ιδέα πολύ ριψοκίνδυνη: να πάνε στην καλύβα μιας μάγισσας που γνώριζαν ότι έμενε βαθιά μέσα στο δάσος, να μπουν μέσα και να της ανακατέψουν τα μαγικά της φίλτρα. Φυσικά, ο πληθυντικός ήταν σχήμα λόγου. Αυτό που εννοούσε ήταν ότι όλα αυτά έπρεπε να τα κάνει ο σκανταλιάρης φίλος του.
     - Καταπληκτική ιδέα!  αναφώνησε ο σκανταλιάρης σκίουρος, παρ'όλο που - μεταξύ μας - ένιωσε μέσα του μια ανησυχία. Θα πάω αύριο κιόλας!
     Και την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, ξεκίνησε για το δάσος.
     - Πού πας, παιδί μου; ρώτησε η μητέρα του.
     Αλλά εκείνος δεν της απάντησε και η μητέρα του απλώς αναστέναξε και συνέχισε τη δουλειά της.
     Τα δέντρα μέσα στο δάσος ήταν αρκετά πυκνά, αλλά ο σκίουρος είχε πάει και στους προσκόπους και ήξερε να προσανατολίζεται πολύ καλά, οπότε δεν καθυστέρησε πολύ για να βρει το σωστό δρόμο. Περπάτησε αρκετά και μόλις το δάσος πύκνωσε τόσο που σκοτείνιασαν σχεδόν όλα γύρω του άρχισε να είναι περπατάει πιο προσεκτικά. Ευτυχώς που ως σκίουρος δεν χρειαζόταν να περπατάει στο έδαφος, αλλιώς κάποιος θα μπορούσε να ακούσει τα βήματά του επάνω στα ξερά, πεσμένα φύλλα.
     Έψαξε λίγη ώρα και τελικά, σε ένα μικρό ξέφωτο όπου μόλις και χωρούσε, εντόπισε τη μικρή καλύβα της μάγισσας. Πλησίασε προσεκτικά και παρατήρησε την καλύβα. Από την καμινάδα της δεν έβγαινε καπνός, που σήμαινε ότι η μάγισσα δε μαγείρευε. Πλησίασε κι άλλο. Πήδηξε επάνω στα παλιά κεραμίδια της σκεπής, προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο και ακούμπησε το αυτί του. Αφού πέρασε λίγη ώρα χωρίς να ακούσει το παραμικρό, ο σκίουρος βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας στην καλύβα και μπήκε μέσα, κατεβαίνοντας προσεκτικά από την καμινάδα.
     Η καλύβα, πραγματικά, ήταν άδεια. Γύρω του, οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με ράφια και στα ράφια υπήρχαν διάφορα μπουκαλάκια γεμάτα με χρωματιστά υγρά. Σε έναν μόνο τοίχο υπήρχαν βιβλία, και αυτά φαίνονταν πολύ παλιά και πολυχρησιμοποιημένα.
     Ο σκίουρος δεν έχασε καιρό και άρχισε να ανακατεύει το περιεχόμενο των μπουκαλιών μεταξύ τους. Και άλλες φορές το μόνο που γινόταν ήταν να αλλάξει μόνο το χρώμα, άλλες φορές όμως από τα μπουκαλάκια έβγαινε καπνός και ο σκίουρος τρόμαζε λίγο. Η ώρα περνούσε και ο σκίουρος συνέχιζε απτόητος. Και τότε, ξαφνικά, ακούστηκε μία πόρτα να τρίζει. Η μάγισσα είχε επιστρέψει!
      Βιαστικά ο σκίουρος έκλεισε τα μπουκαλάκια που κρατούσε και τα έβαλε στη θέση τους. Ίσα που πρόλαβε να χωθεί στην καμινάδα της καλύβας.
     - Τι έγινε εδώ μέσα; αναρωτήθηκε η μάγισσα. Μυρίζει καμμένο...
     Δεν είδε τίποτα που να της τραβήξει την προσοχή.
     - Πω!Πω! Πτώμα είμαι, είπε στη συνέχεια. Ας πιω λίγο από το τονωτικό μου...
     Και έπιασε ένα μπουκαλάκι από το ράφι και το άνοιξε. Η μάγισσα ξίνισε λίγο τη μούρη της.
     - Σαν χαλασμένο μυρίζει, είπε και ήπιε μια γουλιά.
     Ξαφνικά, η μύτη της μάγισσας άρχισε να μακραίνει, να μακραίνει, να μακραίνει, και τσουπ! ξεφύτρωσε στη θέση της ένα ράμφος!
     - Κάποιος μπήκε στην καλύβα μου και πείραξε τα φίλτρα μου, σκέφτηκε η μάγισσα και θύμωσε πολύ.
     Πήγε σε ένα τραπέζι, όπου βρισκόταν μια κρυστάλλινη μπάλα, και κοίταξε μέσα. Και είδε τον σκίουρο, που τώρα έτρεχε από κλαδί σε κλαδί μέσα στο δάσος και η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελλή.
     Και η μάγισσα άρπαξε την σκούπα της και το μαγικό της ραβδί και όρμησε να πιάσει τον σκίουρο. Και δεν ήταν και τόσο δύσκολο να τον βρει, αφού οι ιπτάμενες σκούπες τρέχουν πιο γρήγορα από τους σκίουρους.
     - Άμπρα-κατάμπρα! είπε η μάγισσα και κούνησε το ραβδί της. 
     Και μία κόκκινη ακτίνα έφυγε από το ραβδί και χτύπησε τον σκίουρο, πάνω που πηδούσε από μία οξιά σε μία καστανιά. 
     Και κανείς δεν ξαναείδε τον σκίουρο ποτέ, αλλά από τότε η μάγισσα απόκτησε ένα πιστό κοράκι, που καθόταν πάντα στον ώμο της και παρακολουθούσε ό,τι κι αν έκανε. Και έφτιαξε και ένα φίλτρο η μάγισσα και ξανάφτιαξε τη μύτη της όπως ήταν πριν. Και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε ο σκανταλιάρης σκίουρος, αφού δεν υπήρξαν μάρτυρες.
     - Και πώς το έμαθες εσύ; θα μου πείτε.
     Ας είναι καλά μια μαρτυριάρα λεύκα. Εκείνη μου το είπε.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Του ήλιου και του φεγγαριού




     Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία μακρινή πολιτεία, ζούσε ένας πλούσιος άρχοντας που είχε μία όμορφη μοναχοκόρη. Ο άρχοντας την είχε στα πούπουλα την κόρη του, την υπεραγαπούσε και δεν της χαλούσε χατήρι. Και η κόρη του μεγάλωνε και ομόρφαινε και όσοι είχαν την τύχη να τη δουν έλεγαν ότι ήταν πιο όμορφη από τον ήλιο και το φεγγάρι μαζί.
     Το άκουσε όμως ο ήλιος και καθόλου δεν του άρεσε. Και μια και δυο έπιασε το φεγγάρι και του το είπε. Και το φεγγάρι δυσαρεστήθηκε πολύ και εκείνο και πώς τολμούσαν να λένε ότι μία κοινή θνητή ήταν πιο όμορφη και από τους δυο τους μαζί; Και πήρε τον ήλιο και πήγαν μαζί σε μια σπηλιά, όπου ζούσε μια πολύ ισχυρή μάγισσα, και της ζήτησαν να τους βοηθήσει.
     Και η μάγισσα πήρε μια μεγάλη κατσαρόλα και έριξε μέσα νερό και διάφορα βότανα, και αφού έβρασε το νερό το σούρωσε και το έβαλε σε ένα μπουκαλάκι. Και τους είπε να βρέξουν την αρχοντοπούλα με αυτό το νερό και το πρόβλημά τους θα λυνόταν.
     Και την επόμενη μέρα που η αρχοντοπούλα βγήκε να πάει βόλτα με την άμαξά της, ο ήλιος μάζεψε τα σύννεφα και τους μοίρασε το μαγικό φίλτρο. Και εκείνα άρχισαν να παίζουν κυνηγητό και να μπουγελώνονται, και λίγο από το μαγικό φίλτρο έπεσε επάνω στα ξανθά μαλλιά της αρχοντοπούλας. Και τότε σηκώθηκε ένας δυνατός αέρας και άρπαξε την αρχοντοπούλα, και την πήγε και την κλείδωσε σε έναν ψηλό πύργο.
     Αλλά ο πύργος εκείνος ήταν μαγεμένος και τη μέρα ήταν αόρατος. Έτσι, οι υπηρέτες που έτρεξαν στο κατόπι της για να τη σώσουν από τον αέρα που την είχε αρπάξει, πέρασαν τον πύργο χωρίς να τον δουν και γύρισαν στον άρχοντα, απλώς και μόνο για να του φέρουν τα θλιβερά μαντάτα.
     Απαρηγόρητος εκείνος έταξε ένα σακί χρυσάφι σε όποιον του έδινε πληροφορίες. Πολλοί και διάφοροι πέρασαν, αλλά κανείς δεν ήξερε στην πραγματικότητα να πει πού βρισκόταν η αρχοντοπούλα και όλοι έφευγαν με άδεια χέρια. Απελπισμένος ο άρχοντας αύξησε την αμοιβή σε δύο σακιά χρυσάφι, αλλά και πάλι δεν κατάφερε να μάθει πού βρισκόταν η πολυαγαπημένη του κόρη.
     Μια μέρα έφτασε στο αρχοντικό μια φτωχή γριούλα και του είπε ότι η αρχοντοπούλα βρισκόταν σε έναν αόρατο πύργο και εκείνη ήξερε πού βρισκόταν και θα τον οδηγούσε εκεί. Ο άρχοντας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε αόρατος πύργος, αλλά επειδή ήθελε πολύ να ξαναδεί την κόρη του, υποσχέθηκε στην γριούλα ότι θα της έδινε τα δύο σακιά το χρυσάφι, αρκεί να έλεγε αλήθεια.
     Ξεκίνησαν αμέσως. Πέρασαν βουνά, ποτάμια και πεδιάδες, και έφτασαν σε μια όμορφη ακτή.
     - Εδώ βρίσκεται ο πύργος, είπε η γριούλα.
     - Και πώς ξέρω ότι λες αλήθεια, αφού εγώ δεν βλέπω τίποτα; ρώτησε ο άρχοντας.
     - Ο πύργος είναι μαγεμένος, είπε η γριούλα. Μόλις πέσει ο ήλιος θα τον δεις ακριβώς μπροστά σου.
     Πράγματι, ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει στον ορίζοντα και ο ουρανός άρχισε σιγά-σιγά να σκοτεινιάζει. Και μόλις άρχισαν να λάμπουν τα πρώτα αστέρια, μπροστά στον άρχοντα εμφανίστηκε ένας πύργος!
     - Εδώ βρίσκεται η κόρη σου, είπε η γριούλα, αλλά μην προσπαθήσεις να την κατεβάσεις από εκεί, μόνο ο νέος που θα αγαπήσει πραγματικά την κόρη σου θα μπορέσει να την απελευθερώσει.
     - Και πώς θα τον βρω αυτόν τον νέο; ρώτησε ο άρχοντας.
     Αλλά απάντηση δεν πήρε. Και ξανάπεσε σε μελαγχολία. 
     Δεν του έμενε άλλη λύση από το να στείλει τελάληδες σε όλες τις κοντινές πολιτείες να διαλαλήσουν ότι σε έναν μαγεμένο πύργο που ήταν ορατός μόνο τη νύχτα βρισκόταν φυλακισμένη η κόρη του, και όποιος την αγαπούσε να πήγαινε να τη σώσει και εκείνος θα τον έκανε γαμπρό του με μεγάλη χαρά.
     Το άκουσαν όλα τα αρχοντόπουλα και πολλά ενδιαφέρθηκαν για την προίκα που ήξεραν ότι θα συνόδευε την αρχοντοπούλα, άσε που η αρχοντοπούλα ήταν και πολύ όμορφη, όπως έλεγαν όσοι την είχαν δει! Ήρθαν, λοιπόν, πολλοί και στάθηκαν στην ακτή και περίμεναν να δύσει ο ήλιος και να εμφανιστεί ο μαγεμένος πύργος, για να επιχειρήσουν να σώσουν την αρχοντοπούλα. Όμως, κανένας δεν κατάφερε να ανοίξει την πόρτα του πύργου, ούτε κατάφερε να σκαρφαλώσει τον ψηλό του τοίχο. Και ένας-ένας, οι υποψήφιοι γαμπροί γύριζαν πίσω εκεί από όπου είχαν έρθει.
     Ένα βράδυ πέρασε από εκεί τυχαία ένας νέος, που πήγαινε να βρει την τύχη του στην πόλη. Το φεγγάρι ήταν γεμάτο και σε ένα από τα παράθυρα του πύργου λαμπύριζαν τα ξανθά μαλλιά της αρχοντοπούλας. Ο νέος απόμεινε να χαζεύει τα μαλλιά που ανέμιζαν στο βραδινό αεράκι.
     - Ποιος είναι εκεί; ρώτησε η αρχοντοπούλα. Μήπως είσαι εκείνος που με αγαπάει;
     - Όχι, απάντησε ο νέος, περαστικός είμαι, στην πόλη πάω...
     - Και δε με αγαπάς, λοιπόν; Κρίμα! είπε η αρχοντοπούλα και εξαφανίστηκε από το μπαλκόνι, μαζί με τα χρυσά της τα μαλλιά.
     Και ο νέος αισθάνθηκε μέσα του μια ανεξήγητη λύπη.
     - Μη φεύγεις, φώναξε.
     Και η αρχοντοπούλα ξαναπρόβαλε στο μπαλκόνι και οι δυο τους έπιασαν κουβέντα. Και είπε εκείνη την ιστορία της και ο νέος της υποσχέθηκε ότι θα τη βοηθούσε, κι ας μην την αγαπούσε.
     - Άδικος κόπος, είπε εκείνη. Ο πύργος είναι μαγεμένος: τη μέρα είναι αόρατος και φανερώνεται μόνο τη νύχτα.
     - Εγώ θα σπάσω την κλειδαριά και θα σε ελευθερώσω.
     - Δε θα την βρεις την κλειδαριά... Είναι και εκείνη μαγεμένη. Τη νύχτα είναι αόρατη. Μόνο τη μέρα μπορεί να βρεθεί, αλλά τότε δε φαίνεται ο πύργος... Είμαι καταδικασμένη.
     Πράγματι, στην πόρτα του πύργου δε φαινόταν κλειδαριά, παρ'όλο που ήταν κλειδωμένη.
     - Εγώ θα τα καταφέρω, είπε ο νέος. Μην απελπίζεσαι και θα την βρω τη λύση.
     Και έμεινε σε εκείνο το μέρος, και όλη μέρα έσπαγε το κεφάλι του, πώς θα έβρισκε την κλειδαριά... Και το βράδυ που ξαναεμφανίστηκε ο πύργος και πρόβαλε η αρχοντοπούλα στο μπαλκόνι της, η λύση δεν είχε βρεθεί...
     - Δε σου το είπα εγώ; είπε η αρχοντοπούλα. Μόνο εκείνος που με αγαπάει μπορεί να βρει την κλειδαριά.
     - Κι εγώ μπορώ να την βρω, είπε ο νέος. 
     Και συνέχισε να σκέφτεται. Και όσο πιο πολύ σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ τη λυπόταν την καημένη την αρχοντοπούλα και τόσο πιο πολύ ένιωθε την ανάγκη να τη βοηθήσει... 
     Αλλά οι μέρες περνούσαν, οι μήνες περνούσαν.,. Ήρθε ο χειμώνας, και η στέγη του πύργου καλύφτηκε από χιόνι, αλλά ο νέος παρέμενε εκεί. Και πού και πού εμφανιζόταν και κάποιος επίδοξος μνηστήρας, αλλά έφευγε κι εκείνος άπραγος, και ο νέος έβλεπε πόσο εύκολα τα παρατούσαν όλοι και στενοχωριόταν ακόμα περισσότερο για την άτυχη την αρχοντοπούλα.
     Και ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί και τον έβλεπε να κάθεται με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, και μετά ερχόταν το βράδυ και έβγαινε το φεγγάρι και τον έβλεπε να κάθεται κάτω από το μπαλκόνι της αρχοντοπούλας και να της μιλάει. 
     - Τι επίμονος άνθρωπος! σκεφτόταν ο ήλιος.
     - Τι επίμονος άνθρωπος! σκεφτόταν και το φεγγάρι.
     Και σιγά-σιγά άρχισαν να τον λυπούνται. Και μια μέρα αποφάσισαν να συναντηθούν οι δυο τους και να το συζητήσουν, ίσως θα έπρεπε να ζητήσουν από τη μάγισσα να τον διώξει από εκεί...
     Όμως, μόλις εμφανίστηκαν και οι δυο τους στον ουρανό, ήλιος και φεγγάρι μαζί, μπροστά στον νέο εμφανίστηκε ο πύργος, και στην πόρτα του πύργου εμφανίστηκε η κλειδαριά! Και ο νέος δεν έχασε καιρό, μόνο έτρεξε στην πόρτα, έπιασε την κλειδαριά και την άνοιξε, χωρίς καν να χρειαστεί κλειδί. Και έτρεξε γεμάτος χαρά επάνω, και ανέβαινε τα σκαλιά πέντε-πέντε από τη χαρά του, και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι τόσο καιρό που σκεφτόταν την αρχοντοπούλα, την είχε αγαπήσει χωρίς να το καταλάβει. Και όταν έφτασε στην κορυφή της σκάλας, η αρχοντοπούλα όρμησε στην αγκαλιά του επειδή, τόσον καιρό που προσπαθούσε να τη βοηθήσει,τον είχε αγαπήσει και εκείνη.
     Και ο ήλιος και το φεγγάρι κατάλαβαν ότι τα μάγια είχαν λυθεί αλλά, μεταξύ μας, δεν τους ένοιαξε και τόσο, το είχαν ήδη μετανιώσει που είχαν υπάρξει τόσο σκληροί απέναντι στην αρχοντοπούλα, σε τελευταία ανάλυση δεν ήταν εκείνη υπεύθυνη για τα όσα έλεγε ο κόσμος...




Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Παντού και πουθενά

     
     Η Χώρα του Παντού και του Πουθενά είναι μία χώρα μαγική. Κι αυτό, επειδή εκεί όλα είναι υπέροχα, όλα είναι θαυμάσια. Οι άνθρωποι που ζουν σε αυτή τη χώρα είναι πάντα χαμογελαστοί, επειδή είναι πάντα χαρούμενοι. Και πώς να μην είναι χαρούμενοι, αφού κάνουν ό,τι θέλουν; 
     Όλοι μένουν σε υπέροχα σπίτια, ανάλογα με τα γούστα τους. Άλλος μένει σε σκάφος και κοιμάται σε κουκέτα, και τον νανουρίζει κάθε βράδυ η θάλασσα. Άλλος μένει επάνω σε ένα δέντρο, και ξυπνάει και κοιμάται παρέα με τα πουλιά. Άλλος μένει μέσα σε μια σκηνή, και το βράδυ ανοίγει την οροφή της και μετράει τα αστέρια. Άλλος μένει σε έναν πύργο, στην κορυφή ενός λόφου και αγναντεύει τη θέα όλη μέρα.
     Κανένας δεν ξυπνάει πρωί-πρωί, όλοι κοιμούνται όσο θέλουν. Είναι έγκλημα να ξυπνήσεις κάποιον που κοιμάται, στη Χώρα του Παντού και του Πουθενά, έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση. Αλλά μην ανησυχείτε, κανένας δεν έχει εγκληματήσει μέχρι σήμερα, και οι φυλακές είναι εντελώς άδειες.
     Ο καθένας εργάζεται στον τομέα που θέλει: άλλος είναι θηριοδαμαστής πεταλούδων, άλλος είναι οδοντίατρος κροκοδείλων, άλλος είναι κυνηγός μπαλονιών, γενικά υπάρχει μία πληθώρα επαγγελμάτων και όλοι εργάζονται με ιδιαίτερο ζήλο.
     Για τις μετακινήσεις τους, οι περισσότεροι επιλέγουν το πέταγμα, αλλά δε λένε όχι και σε ένα πλεούμενο. Για τους μοναχικούς τύπους υπάρχουν μικρά πλεούμενα, ενώ οι πιο κοινωνικοί προτιμούν τα μεγάλα σκάφη. Είναι πολύ ευχάριστη η μετακίνηση με πλεούμενο, ιδιαίτερα επειδή σε όλα τα ποτάμια της χώρας τρέχει παγωτό. Όπως είναι λογικό, το πιο δημοφιλές ποτάμι είναι το σοκολατούχο, ενώ από κοντά ακολουθεί το φραουλένιο. Το ποτάμι με το παγωτό βανίλια δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές και το επιλέγουν μόνο οι σνομπ. Αλλά ακόμα και εκείνοι, στο κατάστρωμα πίνουν μιλκσέικ σοκολάτα.
     Οι καλύτεροι φίλοι των ανθρώπων είναι τα δέντρα, και ιδιαίτερα τα γέρικα. Τα πιο γέρικα δέντρα είναι πολύ δημοφιλή και την πρώτη μέρα της Άνοιξης, άνθρωποι από όλη τη χώρα τα επισκέπτονται κρατώντας στα χέρια τους εξημερωμένες πεταλούδες και ζητάνε να μάθουν τα μελλούμενα, τα οποία πάντα είναι ευχάριστα.
     Ο ήλιος δεν καίει ποτέ στη Χώρα του Παντού και του Πουθενά και οι βροχές είναι λιγοστές, αλλά ουσιαστικές και πολύ διασκεδαστικές, καθώς γεμίζουν τη χώρα με ουράνια τόξα. Χιόνι δεν πέφτει ποτέ, αλλά οι άνθρωποι πάντα στολίζουν τα σπίτια τους με σχήματα χιονονιφάδων.
     Πολλοί άνθρωποι ξεκίνησαν να την βρουν αυτή τη μαγική χώρα, αλλά αφού ταξίδεψαν εκατοντάδες χιλιόμετρα γύρισαν πίσω άπραγοι. Κάποιοι είπαν πως βρίσκεται στον Ισημερινό, και πότε περνάει στο βόρειο ημισφαίριο και πότε περνάει στο νότιο, γι'αυτό είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί. Κάποιοι άλλοι είπαν πως βρίσκεται στον Αρκτικό ωκεανό, και μάλιστα ότι βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον Πολικό αστέρα, γι'αυτό είναι πολύ εύκολο να βρεθεί. Πολλοί εξερευνητές ξεκίνησαν με την πυξίδα στο χέρι, αλλά δεν την βρήκαν, ενώ άλλοι που περπατούσαν χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ορκίζονται ότι τη συνάντησαν ακριβώς μπροστά τους.
     Αυτοί που δεν την βρήκαν ποτέ δηλώνουν με σιγουριά ότι αυτή η χώρα δεν βρίσκεται πουθενά, αλλά όσοι τη συνάντησαν, έστω και φευγαλέα, δεν αμφιβάλλουν ότι αυτή η χώρα βρίσκεται παντού. Τι κρίμα να μην μπορεί να βρεθεί ένα κοινό σημείο συνάντησης! Πόσο μάλλον που και οι δύο θεωρίες είναι απόλυτα ακριβείς!
     Κι αν θέλουμε να δώσουμε ένα άλλο όνομα σε αυτή την τόσο θαυμαστή χώρα, αν θέλουμε να τη φωνάξουμε με μία λέξη, ελπίζοντας να ανήκουμε σε εκείνους που τους αποκαλύπτεται και όχι σε εκείνους που τους κρύβεται, θα πρέπει να την πούμε Φαντασία. Έτσι απλά.

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες (και μία ιστορία)

     Και συμπληρώθηκαν τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες. Τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες που υπάρχει αυτό εδώ το μπλογκ, και που υπάρχουν και οι ιστορίες του. Κάποιες μικρές, κάποιες μεγαλύτερες, κάποιες λυπημένες, κάποιες άλλες χαρούμενες, κάποιες σοβαρές, κάποιες τσαχπίνες...
     Τον τελευταίο καιρό, όμως, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά στο χώρο της Γλωσσοπάθειας. Τον τελευταίο καιρό όλα κινούνται υποτονικά, όλα βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Τον τελευταίο καιρό και κάποια φιλικά μπλογκ έχουν σιγήσει, άλλα προσωρινά, άλλα μόνιμα, με αποτέλεσμα οι αράχνες και οι ιστοί τους σιγά-σιγά να επεκτείνονται στο μικρό κυβερνοσύμπαν της Γλωσσοπάθειας.
     Και όμως, αυτόν τον καιρό, το γεμάτο σκόνες και αράχνες, τον παλαβό καιρό με το κιλτ (με τα σκωτσέζικα ντους, δηλαδή), η Πίπη άκουσε μία φωνούλα.
     - Ε, ψιτ! της φώναξε η φωνούλα και η Πίπη, παρ'όλο που το όνομά της δεν είναι Ψιτ, γύρισε.
     - Ποιος είναι; ρώτησε.
     - Εγώ, είπε η φωνή.
     - Ποιος εσύ; ξαναρώτησε η Πίπη.
     - Εγώ, ο δεινόσαυρος, απάντησε η φωνή.
     - Δεν υπάρχουν πια δεινόσαυροι, είπε η Πίπη, έχουν εξαφανιστεί, καλύτερα να μου πεις ποιος πραγματικά είσαι...
     - Μα είμαι δεινόσαυρος! επέμεινε η φωνή.
     - Και τότε, πού είσαι; Γιατί δε σε βλέπω; ρώτησε η Πίπη, που συνέχιζε να πιστεύει ότι οι δεινόσαυροι δεν υπάρχουν.
     - Ακριβώς μπροστά σου είμαι, της είπε η φωνή.
     Αλλά η Πίπη μπροστά της έβλεπε μόνο ένα χαρτί.
     - Μπροστά μου δεν υπάρχει τίποτα, είπε.
     - Μα δεν μπορεί να μη με βλέπεις, ειδικά εσύ!
     Αυτό το "ειδικά εσύ", δεν μπορώ να πω, της κέντρισε το ενδιαφέρον της Πίπης. Αλλά μπροστά της συνέχιζε να μην υπάρχει τίποτα.
     - Μα γιατί δε σε βλέπω; ρώτησε. Μπροστά μου υπάρχει μόνο ένα κομμάτι χαρτί.
     - Ε, η αλήθεια είναι πως πρέπει να ψάξεις λίγο για να με βρεις... Για δίπλωσε στη μέση το χαρτί που βλέπεις μπροστά σου.
     Η Πίπη το δίπλωσε.
     - Ακόμα δεν βλέπω τίποτα, είπε.
     - Δίπλωσέ το και από την άλλη πλευρά.
     - Τίποτα ακόμα.
     - Δίπλωσέ το και χιαστί...
     Και η Πίπη συνέχισε να διπλώνει, να ξεδιπλώνει, να τσακίζει, σύμφωνα με τις οδηγίες της φωνής. Και το χαρτί συνέχεια άλλαζε σχήματα, και η Πίπη συνέχιζε να διπλώνει και να ξεδιπλώνει, ώσπου ξαφνικά, πάνω που πήγαινε να απογοητευτεί, να' σου μπροστά της ένας δεινόσαυρος!
     - Είδες που είχα δίκιο; της είπε ο δεινόσαυρος. Είδες που βρισκόμουν ακριβώς μπροστά σου;
     Η Πίπη είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Μα, ολόκληρος δεινόσαυρος να χωράει σε ένα τόσο δα χαρτί;
     - Υπάρχουν και άλλοι σαν κι εσένα; ρώτησε.
     - Ουουου! Όσοι θέλεις! Άλλα όλους πρέπει να τους ανακαλύψεις. Και, εννοείται, δεν υπάρχουν μόνο δεινόσαυροι. Υπάρχουν και κάθε λογής ζώα: πουλιά, ψάρια, πεταλούδες, ρινόκεροι, ελέφαντες... Όρεξη μόνο να έχεις και θα τα ανακαλύψεις όλα!
     Και η Πίπη πολύ ενθουσιάστηκε με αυτήν την ανακάλυψη, και παρ'όλο που προβληματιζόταν πολύ σχετικά με την απουσία ιστοριών και την πιθανότητα να συμπληρωθούν τέσσερα χρόνια και τέσσερεις μέρες από τη δημιουργία της Γλωσσοπάθειας χωρίς να υπάρξει ανάρτηση, βάλθηκε να ψάχνει. Και η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα έχει ανακαλύψει και μερικά ζώα ακόμα. Τρέμε ζωικό βασίλειο!

     ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι ένα μπλογκ για να διατηρηθεί χρειάζεται χρόνο και ενέργεια. Πραγματικά θαυμάζω όσους έχουν καταφέρει να διατηρήσουν ένα μπλογκ για χρόνια, και με συχνές μάλιστα αναρτήσεις. Εγώ σίγουρα δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία. Η Οξεία Γλωσσοπάθεια μοιάζει περισσότερο με έναν διάττοντα αστέρα, παρά με ένα φωτεινό ήλιο. Αλλά στο ουράνιο στερέωμα υπάρχει χώρος και για ήλιους και για διάττοντες αστέρες.
     Πέρασα κάποιο διάστημα που οι αναρτήσεις έβγαιναν αβίαστα σχεδόν, επί εβδομαδιαίας βάσης. Τους τελευταίους μήνες αυτό δε συμβαίνει και είναι αλήθεια ότι δε μου είναι ευχάριστο. Και άλλοι θα το γνωρίζουν εκ πείρας, ότι η καθημερινότητα τις περισσότερες φορές λειτουργεί ως μία μαύρη τρύπα που απορροφά θετική ενέργεια. Αρκεί να αναφέρω ότι την ανάρτηση με το δεινόσαυρο ήθελα να την κάνω εδώ και πάνω από μία βδομάδα, και κατέληξα να τη συμπεριλάβω στην ανάρτηση για τα γενέθλια του μπλογκ.
     Αυτή η κατάσταση μου είναι αρκετά δυσάρεστη, αλλά δεν μπορώ και δε θέλω να καταπιεστώ για κάτι που ξεκίνησα έτσι, για την πλάκα μου. Και επειδή οι βεβιασμένες αναρτήσεις μου είναι σχεδόν αδύνατες, αποφάσισα να αφεθώ να με παρασύρει το ρεύμα. Κοινώς, η Γλωσσοπάθεια παίρνει κάποιες ανάσες και επανέρχεται, όποτε υπάρξει κάτι νέο. Οι αγαπητοί μου ακόλουθοι νομίζω ότι θα δείξουν κατανόηση, και κάθε νέα ανάρτηση θα τη βλέπουν σαν ένα Κίντερ έκπληξη (να σημειωθεί ότι η Κίντερ δεν είναι χορηγός του μπλογκ και ότι η Πίπη δεν τρώει Κίντερ έκπληξη).
     Και μην ανησυχείτε για εμένα: είμαι καλά!

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Αρχοντικό με τα όλα του




     Μεγάλωσε και ο Μάιος και έγινε κοτζάμ παληκάρι. Και τι παληκάρι, σαν τα κρύα τα νερά:  με τα πυκνά του τα μαλλιά, με το γοητευτικό του το χαμόγελο, με τους δικέφαλους, τρικέφαλους, τετρακέφαλους τους γυμνασμένους, με κάτι από φέτες στην κοιλιακή χώρα, με τις φαρδιές του τις πλάτες...
     Περπατούσε ο Μάιος και στο διάβα του θέριζε καρδιές, όπως θερίζει η θεριζοαλωνιστική τα σπαρτά. Όλες οι γυναίκες βαριαναστενάζανε όταν τον έβλεπαν, και έγραφαν το όνομά του στα λευκώματά τους, το κεντούσαν σε σεμεδάκια, το έκαναν τατουάζ…
     Κανένας πιο ευάλωτος στη γοητεία, όμως, από το γόη, και ο Μάιος ερωτεύτηκε. Και ερωτεύτηκε τη Λουλουδιά, κορίτσι από σπίτι, με γαλλικά και πιάνο, με μπαμπά, μαμά και λοιπούς συγγενείς, με χρυσές κοτσίδες και ρόδινα μάγουλα, δόντια μαργαριταρένια και μάτια μελιά.
     Αλλά, είπαμε, ερωτιάρης-ερωτιάρης, αλλά και τίμιος, και «να το πάρεις το κορίτσι, να το πάρεις, μην το παιδεύεις» τραγουδούσε η γειτονιά, σε διάφορους τόνους. Και ένα απόγευμα, που ο ήλιος ήταν ιδιαίτερα λαμπρός, ο Μάιος, ντυμένος με το καλό του το κουστούμι, με τα μαλλιά του καλοχτενισμένα και  με μια τεράστια ανθοδέσμη στα χέρια, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της Λουλουδιάς.
     Και ο Μάιος, που είχε και λίγο τρακ – να τα λέμε αυτά – , ζήτησε το χέρι της Λουλουδιάς από τον μπαμπά της, αλλά ρώτησε κιόλας – επειδή καλά είναι τα μελιά τα μάτια και τα χρυσά τα μαλλιά, καλά είναι και τα δόντια τα μαργαριταρένια, αλλά και εκείνος δεν ήταν κανένας τυχαίος – τι θα έπαιρνε για προίκα.
     Και ο μπαμπάς της Λουλουδιάς του είπε να μη νομίζει ότι η κόρη του ήταν καμιά ξεβράκωτη, όχι, και τα βρακιά της τα είχε, και τα κομπινεζόν της τα δαντελένια, και πέντε σετ σεντόνια για το νυφικό το κρεβάτι, συν μία κουβέρτα πλεκτή από τα χέρια της γιαγιάκας της, που ήταν άσος στο βελονάκι…
Και ο Μάιος συμφώνησε ότι ναι, καλά ήταν τα βρακιά και τα κομπινεζόν, καλά και τα σεντόνια και η κουβέρτα, αλλά καλό θα ήταν να υπήρχε και ένα σπίτι για να στεγάσουν τον έρωτά τους τα δύο πιτσουνάκια. Και τότε ο μπαμπάς της Λουλουδιάς τον διαβεβαίωσε πως και σπίτι υπήρχε, και μάλιστα παλιό αρχοντικό, αρχοντικό με τα όλα του, δίπατο, με μαρμάρινη σκάλα και ξύλινα πατώματα.
     Και έδωσαν τα χέρια, και ύστερα από λίγο έγινε και ο γάμος. Και οι καλεσμένοι ήταν πολλοί, και οι περισσότεροι έφεραν ποτήρια, λεμονοστίφτες και τοστιέρες, αλλά τον Μάιο δεν τον πολυενδιέφεραν αυτά, αφού είχε δίπλα του τη Λουλουδιά. Και οι δύο νέοι πήγαν να μείνουν στο δίπατο αρχοντικό με τη μαρμάρινη την σκάλα και τα ξύλινα τα πατώματα, και ξεκίνησαν τον έγγαμο βίο τους με τους καλύτερους οιωνούς.
     Όμως, καθώς φαίνεται, την ευτυχία τους κάποιος τη ζήλεψε και τους μάτιασε. Δεν εξηγείται αλλιώς το πώς, σχεδόν αμέσως μετά το γάμο, το αρχοντικό άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα προβλήματα. λες και ήταν το πρώτο χαμόσπιτο. Και πότε μάγκωνε η πόρτα και δεν άνοιγε, πότε έπεφτε η ασφάλεια και έπρεπε να κατέβουν στο υπόγειο να την ανεβάσουν, πότε έπεφτε κάποιος σοβάς…
     Και, σαν να μην έφτανε αυτό, ξαφνικά το αρχοντικό πλημμύρισε. Κάποιος σωλήνας στο μπάνιο έσπασε και τα νερά ξεχύθηκαν σε όλο το σπίτι. Η Λουλουδιά είδε με τρόμο να πλημμυρίζουν τα ξύλινα πατώματα και δεν ήξερε τι να κάνει… Και, βέβαια, η πρώτη της σκέψη ήταν να ζητήσει την παρέμβαση του άντρα της, ε, τι στο καλό, άντρας ήταν, δεν ήταν μόνο κοιλιακοί, οι άντρες είναι καλοί σε αυτά. Και ο Μάιος πήρε κάτι εργαλεία που είχε και μπήκε στο μπάνιο, αλλά ύστερα από λίγο τα νερά που έβγαιναν από εκεί ήταν περισσότερα, καθώς είχε σπάσει άλλος ένας σωλήνας…
     Δεν υπήρχε άλλη λύση, από το να φωνάξουν υδραυλικό. Έλα, όμως, που δεν βρήκαν κανέναν διαθέσιμο. Και δωσ’του να τρέχουν τα νερά και να πλημμυρίζει το σύμπαν, και δωσ'του να βρέχονται τα ξύλινα πατώματα, και να δούμε τώρα κι αυτά πώς θα φτιαχτούνε…
     Αλλά, σαν να μου φαίνεται ότι βρέθηκε τελικά υδραυλικός για το δίπατο αρχοντικό. Τα νερά σταμάτησαν, οι δρόμοι άρχισαν να στεγνώνουν. Εκτός κι αν ο υδραυλικός ήταν κανένας κομπογιαννίτης, οπότε να περιμένουμε κι άλλη βροχή… 

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

Γαϊδουρινό πείσμα


     Ε, λοιπόν, είναι αλήθεια: η Πίπη πήγε εκδρομή. Και πήγε εκδρομή σε ένα νησί με θάλασσα τυρκουάζ και όμορφες παραλίες. Αλλά μη νομίζετε ότι η Πίπη πήγε στο νησί για να αράξει. Το αντίθετο, μάλιστα. Όλη την ώρα γυρνούσε, και τα μάτια της σάρωναν τον ορίζοντα για φωτογραφικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της Μίνας της Σιβυλλικής, η οποία τη συνόδευε στην εκδρομή.
     Και πήγε η Πίπη και σε ένα άλλο νησάκι, μικρό, τοσοδούλι, αλλά και νοικοκυρεμένο. Και βάλθηκε να το εξερευνήσει, παρέα με τη Μίνα τη Σιβυλλική. Και άρχισαν οι δυο τους να ανηφορίζουν από το λιμάνι, και όλο ανηφόριζαν, και τα δάχτυλα της Πίπης κάθε τρεις και λίγο πρήζονταν από τη ζέστη και γίνονταν σαν λουκάνικα Φρανκφούρτης, και της Πίπης της άνοιγε η όρεξη...
     Και έφτασαν σε ένα μέρος που ήταν αρκετά ψηλά, και εκεί η Πίπη άκουσε ένα πουλί που είχε μια περίεργη φωνή, αλλά τι πουλί ήταν αυτό μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω. Και ούτε η Πίπη το ήξερε, και γι'αυτό προσπάθησε να ηχογραφήσει το πουλί με το κινητό της, χωρίς επιτυχία όμως, αφού η φωνή του πουλιού καταγράφηκε πολύ αχνά...
     Όση ώρα η Πίπη ηχογραφούσε, η Μίνα προχωρούσε. Έτσι η Μίνα απομακρύνθηκε αρκετά από την Πίπη και όταν η Πίπη το πήρε είδηση, άρχισε να ανηφορίζει και πάλι, με μεγάλους διασκελισμούς. Όμως, τότε η Πίπη άκουσε μία φωνή.
     - Γεια σου, της είπε εκείνος.
     - Γεια σου και εσένα, του απάντησε η Πίπη.
     - Πώς σε λένε; τη ρώτησε.
     - Πίπη, είπε η Πίπη, εσένα πώς σε λένε;
     - Δεν έχει και τόση σημασία, της απάντησε. Μόνη σου είσαι;
     - Όχι, απάντησε η Πίπη, είμαι μαζί με μία φίλη μου.
     - Α...
     - Εσύ, μόνος σου είσαι;
     - Ε, σε γενικές γραμμές, ναι... Είναι βέβαια και όλες αυτές οι μύγες, αλλά είναι πολύ κουτσομπόλες και δεν τις αντέχω... το κεφάλι μου βουίζει από τα κουτσομπολιά τους.
     Η Πίπη πρόσεξε ότι πράγματι, υπήρχαν πολλές μύγες γραπωμένες επάνω του.
     - Δεν κάθεσαι να μου κάνεις λίγη παρέα; τη ρώτησε.
     - Πρέπει να προλάβω τη φίλη μου, απάντησε η Πίπη.
     - Μην ανησυχείς για τη φίλη σου, της είπε, έτσι κι αλλιώς δεν θα προχωρήσει πολύ ακόμη. Και σίγουρα θα μας συναντήσει στην επιστροφή.
     - Ναι, αλλά δεν είναι σωστό να την αφήσω μόνη της στην ερημιά, είπε η Πίπη.
     - Έχεις φέισμπουκ; τη ρώτησε.
     - Έχω, απάντησε η Πίπη.
     - Θέλεις να γίνουμε φίλοι; τη ρώτησε. Θα με βρεις ως "Gaidaros", το πρώτο γράμμα κεφαλαίο, Έχω για προφίλ μία φωτογραφία μου, όπου τρώω ένα καρότο. Πού πας;
     - Δε σου είπα; είπε η Πίπη, πάω να βρω τη φίλη μου.
     - Γύρνα πίσω! της φώναξε.
     Αλλά εκείνη είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται.
     - Πού πας; της φώναξε εκείνος. Μόνο μου θα με αφήσεις;
     Κανένας δεν του απάντησε. Η Πίπη είχε κιόλας εξαφανιστεί στην επόμενη στροφή του δρόμου.
     - Ας βγάλουμε και καμιά φωτογραφία, είπε η Πίπη στη Μίνα όταν την πρόλαβε.
     Και οι δυο τους άρχισαν να βγάζουν φωτογραφίες.
     Και αφού έβγαλαν αρκετές φωτογραφίες, οι δύο φίλες άρχισαν να κατηφορίζουν. Και έφτασαν και πάλι στο σημείο όπου βρισκόταν εκείνος.
     - Θα σου γνωρίσω έναν φίλο, είπε η Πίπη στη Μίνα. Ε, εσύ! του φώναξε όταν τον είδε.
     Αλλά εκείνος ούτε που γύρισε να την κοιτάξει.
     - Επέστρεψα! είπε η Πίπη. Έφερα και τη φίλη μου να σου τη συστήσω.
     Τσιμουδιά εκείνος.
     - Ξέρεις, συνέχισε η Πίπη, θα πρέπει να φύγω από το νησί σε λίγη ώρα, ήρθε η ώρα να σε αποχαιρετήσω.
     Αλλά εκείνος της έριξε μόνο μία πολύ λοξή, ενοχλημένη ματιά και η Πίπη κατάλαβε πως της κρατούσε μούτρα.
     - Δε θα μου πεις, λοιπόν, ούτε ένα "γεια"; είπε η Πίπη.
     Αλλά εκείνος δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. Η Πίπη έβλεπε την ώρα να περνάει, έπρεπε να φύγει.
     - Τελευταία του ευκαιρία, σκέφτηκε. Φεύγω τώρα, του είπε.
     Αλλά εκείνος παρέμενε στη θέση του, και μάλιστα μασούσε και ένα χορτάρι. Ήταν σαφές: δεν ήθελε να της μιλήσει.
     - Παλιογάιδαρε! είπε η Πίπη καθώς κατηφόριζε προς το λιμάνι.
     Και τάχυνε το βήμα της για να προλάβει το πλοίο της επιστροφής.
     

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Ξυπνήματα

     Ξανάρχισαν να ξεπετάγονται τα νέα φύλλα. Και ξανάρχισαν να ξεπετάγονται τα πρώτα μπουμπούκια. Και όπου σταθείς και όπου βρεθείς, υπάρχει ένας διάχυτος θόρυβος που συνυπάρχει με όλους τους άλλους θορύβους της καθημερινότητας, και γι'αυτό οι περισσότεροι δεν τον αντιλαμβάνονται. 
     Μόνο αυτοί που έχουν πολύ ευαίσθητη ακοή και αυτοί που ακούν πολύ προσεκτικά μπορούν να ακούσουν αυτόν τον διάχυτο θόρυβο. Και αν προσέξουν πολύ, μα πάρα πολύ, και αν προσπαθήσουν να ακολουθήσουν αυτόν τον θόρυβο, τότε σιγά-σιγά οι ήχοι που τον απαρτίζουν αρχίζουν να ξεχωρίζουν, και αν συγκεντρωθούν κι άλλο, τότε αρχίζουν να ξεδιαλύνουν αυτούς τους ήχους, τους τόσο αχνούς και αέρινους...
     Και καταλαβαίνουν ότι οι ήχοι αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο από ψιθύρους, πολλές μικρές, αχνές, σαν παιδικές, φωνές ακούγονται, άλλες ντροπαλές, άλλες πιο τζαναμπέτισσες, αλλά όλες μαζί δημιουργούν ένα διαρκές σούσουρο, σαν ένα πολυάσχολο μελίσσι.
     Δεν είναι ανθρώπινες αυτές οι φωνές, είναι οι φωνές των δέντρων, και των λουλουδιών, και των φύλλων, και είναι και οι φωνές των πουλιών που μπερδεύονται και αυτές, ας μην τα αγνοούμε τα πουλιά, και μοιάζουν λες και τα νέα φύλλα, τα νέα λουλούδια, τα  νέα κλαδιά, λες και διστάζουν να ξεπροβάλλουν. Είναι λες και παίζουν κρυφτό και φοβούνται ότι αν δεν ξεμυτίσουν τη σωστή στιγμή, αυτός που τα φυλάει θα τα βρει και θα χάσουν.
     Αλλά στον αέρα πλανάται και ένα τραγούδι, ένα τραγούδι που δεν απευθύνεται σε ανθρώπινα αυτιά και γι'αυτό κανείς δεν μπορεί να το ακούσει. Και το τραγούδι αυτό το τραγουδούν πανέμορφες σειρήνες, που τάζουν σε όποιον τις ακολουθήσει ολόκληρο τον κόσμο σε μια στιγμή. 
     Και είναι τόσο όμορφο το τραγούδι των σειρήνων, που τα φύλλα και τα λουλούδια αρχίζουν ένα-ένα να ξεμυτίζουν από τις κρυψώνες τους. Και τα κλαδιά καλύπτονται σιγά-σιγά με πράσινα φυλλαράκια και με πολύχρωμα, μυρωδάτα λουλούδια.
     Και ο αέρας γεμίζει μεθυστικές μυρωδιές, και γεμίζει και γύρη, και όπως ξεμυτίζουν τα φύλλα και τα μπουμπούκια επάνω στα κλαδιά, έτσι ξεμυτίζουν και τα χαρτομάντηλα που συνοδεύουν όλες τις αλλεργίες...
     Και κοιτάζεις το ημερολόγιο και συνειδητοποιείς ότι η Άνοιξη έχει έρθει εδώ και καιρό και ότι κοντεύει και να τελειώσει. Και αναλογίζεσαι πόσο γρήγορα τρέχει ο καιρός... Αλλά τότε σηκώνεις τα μάτια και βλέπεις την Άνοιξη να σου χαμογελάει έξω από το παράθυρό σου. Και, παρ'όλο που ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα, εσένα, τελικά, δε σε νοιάζει και τόσο...

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Άγριο κυνηγητό

   
     Καιρό έχει να εμφανιστεί η Πίπη, όμως η αλήθεια είναι ότι η Χώρα του διαμερίσματος είναι πολύ ήσυχη και το ίδιο είναι και οι Χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του δυόσμου, του δεντρολίβανου, της λεβάντας και της πασχαλιάς. Οι θάνατοι φαίνεται να οφείλονταν σε φυσικά αίτια, φήμες όμως λένε ότι τόσοι θάνατοι μαζεμένοι δεν μπορεί να ήταν τυχαίοι.
     Τέλος πάντων. Η ουσία είναι ότι η Πίπη δεν βρίσκει καμία ιστορία να πει, και αυτό την έχει οδηγήσει στη σιωπή. Το μόνο που της μένει να κάνει, αφού της τελείωσαν οι ιστορίες, είναι να ασχολείται με την καθημερινότητά της, η οποία, σε αντίθεση με τα όσα διαβάζετε εδώ μέσα, είναι τόσο, μα τόσο πεζή και βαρετή... Όμως, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, γι'αυτό η Πίπη συνεχίζει να έχει τα αυτιά και τα μάτια της ανοιχτά.
     Κοντά στη Χώρα του διαμερίσματος, υπάρχει ένας κορμός δέντρου. Δε φαίνεται κάτι το ιδιαίτερο, μόνο που σε ένα σημείο του, όπου άλλοτε ξεφύτρωνε ένα κλαδί, τώρα υπάρχει μία σειρά ομόκεντρων κύκλων. Κανείς δε φαίνεται να τον προσέχει, αυτόν τον κορμό. Να, όμως, που η Πίπη τον πρόσεξε. Και όχι μόνο τον πρόσεξε, αλλά και αναρωτήθηκε: Τι να ήταν, άραγε, αυτό το βαθούλωμα στον κορμό;
     Η Ρίνα η Μινωταυρίνα, η καλή φίλη της Πίπης, της είπε ότι ίσως ήταν χρονομηχανή, κάτι που η Πίπη δεν είχε σκεφτεί καθόλου. Όσο, όμως, το σκεφτόταν, τόσο περισσότερο πιθανή της φαινόταν αυτή η εξήγηση. Και μια και δυο, πήγε στον κορμό και στάθηκε μπροστά στο βαθούλωμα.
     Το κοίταζε, το κοίταζε, το κοίταζε, και όλο και το κοίταζε, αλλά αυτό παρέμενε ίδιο και απαράλλαχτο. Μπα, μάλλον λάθος θα είχε κάνει η Ρίνα η Μινωταυρίνα. Αλλά, τότε, σαν να της φάνηκε της Πίπης ότι άκουσε φωνές. Κοίταξε γύρω της, δεν υπήρχε κανείς. Και τότε, από πού έρχονταν οι φωνές;
     Δε θα το πιστέψετε, αλλά οι φωνές έρχονταν από τον κορμό! Και όσο πλησίαζε η Πίπη το αυτί της στον κορμό, τόσο οι φωνές δυνάμωναν! Όμως, επειδή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγαν οι φωνές, η Πίπη πλησίασε τον κορμό ακόμα περισσότερο. Έφτασε πια τόσο κοντά, που λίγο έλειπε το κεφάλι της να χωνόταν μέσα στον κορμό.
     Και τότε, η Πίπη ένιωσε μία δύναμη να την τραβάει, και η δύναμη αυτή την τραβούσε προς το κέντρο των ομόκεντρων κύκλων, και η Πίπη προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά δεν τα κατάφερε, και τότε οι κύκλοι άρχισαν να μεγαλώνουν και η Πίπη άρχισε να μικραίνει... Και προτού το καταλάβει, η Πίπη είχε μπει μέσα στους ομόκεντρους κύκλους και προχωρούσε γοργά προς το κέντρο!
     Οι φωνές είχαν δυναμώσει πάρα πολύ, το ίδιο και η δύναμη που τραβούσε την Πίπη. Και τότε η Πίπη βρέθηκε σε ένα μέρος μαγικό! Και το μέρος εκείνο ήταν γεμάτο περίεργα πλάσματα, και δέντρα που τραγουδούσαν, και πουλιά που μιλούσαν, και λουλούδια από ζαχαρωτά, και πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα. Και εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα, κουτσομπόλες ιστορίες, ντυμένες με τα καλά τους, περνούσαν μπροστά από την Πίπη δυο-δυο, πιασμένες αγκαζέ, σιγοψιθυρίζοντας μεταξύ τους, ενώ άλλες ιστορίες, πιο χαλαρές εκείνες, ήταν ξαπλωμένες στο γρασίδι και έκαναν ηλιοθεραπεία και άλλες, πιο αθλητικές, έπαιζαν ρακέτες...
     Και η Πίπη κατάλαβε πού είχαν εξαφανιστεί τόσο καιρό οι ιστορίες, και τις πλησίασε, αλλά εκείνες έκαναν σαν να μην υπήρχε, και κοιτάζονταν μεταξύ τους, και χαχάνιζαν, ή συνέχιζαν την ηλιοθεραπεία και τις ρακέτες. Και η Πίπη τους φώναξε, και μόνο τότε εκείνες συνειδητοποίησαν την παρουσία της. Και την κοίταξαν, και ύστερα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, και μία από αυτές, μία ιστορία με ένα φόρεμα πουά, τη ρώτησε τι ήθελε. Και τότε η Πίπη τους ζήτησε να γυρίσουν μαζί της στη Χώρα του διαμερίσματος, ή έστω στις Χώρες της μπροστινής και της πίσω βεράντας, αν το προτιμούσαν. 
     Αλλά εκείνες αρνήθηκαν και είπαν ότι εκεί περνούσαν πολύ καλά και δεν είχαν κανέναν σκοπό να αφήσουν την καλοπέρασή τους. Και η Πίπη, αφού τους υποσχέθηκε ό,τι μπόρεσε να τους υποσχεθεί, χωρίς αποτέλεσμα όμως, αποφάσισε ότι άλλος τρόπος από το να τις πάρει μαζί της με το ζόρι δεν υπήρχε. Και προσπάθησε να πιάσει μία ιστορία, αλλά εκείνη της ξέφυγε μέσα από τα χέρια της. Και η Πίπη προσπάθησε να πιάσει μια άλλη ιστορία, αλλά και εκείνη της ξέφυγε. Και βούτηξε η Πίπη ένα δίχτυ για πεταλούδες, που βρήκε επάνω σε ένα παγκάκι, και άρχισε να κυνηγάει τις ιστορίες. Και έτρεχαν πολύ γρήγορα οι ιστορίες, και όλο της ξέφευγαν της Πίπης, παρ'όλο που κρατούσε και δίχτυ. Και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι, αλλά η Πίπη δεν το έβαζε κάτω. Και το κυνηγητό συνεχιζόταν. Και οι φωνές και τα τρεχαλητά αντηχούσαν από άκρη σε άκρη στο μαγικό εκείνο μέρος.
     Αν κάποιος περάσει δίπλα από τον κορμό, το πιθανότερο είναι να μην του δώσει σημασία και να τον προσπεράσει. Αν, όμως, σταθεί μπροστά στον κορμό και αφουγκραστεί λίγο, ίσως και να ακούσει τις φωνές των ιστοριών. Και τότε σίγουρα θα σταθεί και θα πλησιάσει κοντά για να ακούσει καλύτερα. Και αν πλησιάσει πολύ κοντά, ίσως να βρεθεί κι εκείνος μέσα στο μαγικό μέρος με τις ιστορίες. Και ίσως να βοηθήσει την Πίπη στο κυνήγι.
     Αλλά, μεταξύ μας, πιο πιθανό είναι να μείνει εκεί μέσα η Πίπη, κυνηγώντας ιστορίες...

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Όπου κι αν είναι


     Υπάρχουν σχολεία μοντέρνα, μεγάλα, με ευρύχωρες, φωτεινές αίθουσες, με εργαστήρια, με αίθουσες εκδηλώσεων, με γήπεδα βόλεϊ και μπάσκετ. Υπάρχουν σχολεία μικρά, παλιά, στριμωγμένα ανάμεσα από πολυκατοικίες, με μικρά προαύλια, με σπασμένα τζάμια στα παράθυρα και χωρίς καλοριφέρ. Υπάρχουν σχολεία διώροφα, υπάρχουν σχολεία ισόγεια, υπάρχουν σχολεία με κεραμίδια και σχολεία χωρίς. Και κάποια στέκονται αγέρωχα και καμαρωτά, ενώ κάποια άλλα καμπουριάζουν και σκύβουν το κεφάλι.
     Και όταν περνάς μπροστά από ένα σχολείο, στο νου σου έρχονται χαρούμενες φωνές, και κυνηγητά. Και σκέφτεσαι πόσα παιδιά τάχα να έχουν περάσει από τις αίθουσές του, και με τι όνειρα διάβαιναν το κατώφλι του. Και αναρωτιέσαι πόσα από εκείνα τα παιδιά εκπλήρωσαν τα όνειρά τους, και πόσα τα απογοήτευσε η ζωή. Και θλίβεσαι για εκείνα που απογοητεύτηκαν, και χαίρεσαι για εκείνα που δεν το έβαλαν κάτω, αλλά προχώρησαν.
     Και είναι και κάποια σχολεία, που κρύβονται ντροπαλά εκεί που ούτε το φαντάζεσαι. Και περνάς από μπροστά τους, και ούτε που μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, πίσω από τα κλειστά με ξύλινα πατζούρια παράθυρα, κάποτε μορφώνονταν παιδιά. Πώς να φανταστείς ότι αυτά τα σκουριασμένα κάγκελα κάποτε αγκάλιαζαν προστατευτικά παιδικά κορμάκια; Και μήπως μπορείς να φανταστείς ότι εκεί, στο βάθος, πέρα-πέρα, στο μέρος που τώρα κρύβεται από γλάστρες με φυτά, σε εκείνο το κρυμμένο σήμερα μέρος, βρισκόταν κάποτε "το μέρος";
     Κι όμως, έτσι ήταν. Εκεί πίσω βρισκόταν "το μέρος", που ήταν ημιυπαίθριες, τούρκικες τουαλέτες. Ναι, εκεί ήταν. Και απ'έξω από τις τουαλέτες, παιδιά με μπλε ποδιές, με άσπρα γιακαδάκια και άσπρες κορδέλες στα μαλλιά, έπαιζαν σκοινάκι και κουτσό. Και επάνω σε εκείνο το τσιμέντο που κάλυπτε την πίσω αυλή, τα παιδιά με τις μπλε ποδιές έκαναν κατακόρυφο χωρίς φόβο μήπως χτυπήσουν, τα ίδια παιδιά που, χρόνια αργότερα θα γέμιζαν τα παιδιά τους προστατευτικά μαξιλάρια.
     Ναι, τίποτα δε θυμίζει το παρελθόν, αλλά το παρελθόν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στον στενό, ήσυχο δρόμο, που τότε αποτελούσε το προαύλιο, και που αντηχούσε από τις φωνές των παιδιών, που έπαιζαν παιχνίδια, πάντα ομαδικά, σε μια εποχή που τα ομαδικά παιχνίδια ήταν η πρώτη επιλογή, καθώς ήταν και τα πιο διασκεδαστικά. Να και η φθαρμένη σκάλα, που οδηγεί στο υπερυψωμένο ισόγειο, εκεί που έκαναν μάθημα η τρίτη και η τετάρτη. Πόσο μικρή φαντάζει σήμερα! Κι όμως, αυτή η τόσο μικρή σκαλίτσα ήταν ικανή να "στεγάσει" τέσσερα-πέντε παιδιά, που κρύβονταν εκεί προσπαθώντας να δουν κάτω από τη φούστα εκείνης της ηλικιωμένης, αυστηρής δασκάλας με τα γυαλιά. Και ούτε που τους είχε περάσει από το μυαλό να κάνουν το ίδιο στη δική τους τη δασκάλα...
     Να και η κατηφόρα, ναι, αυτή η μικρή κατηφόρα, που φαίνεται στα δεξιά. Δε φαινόταν και τόσο μικρή τότε, το αντίθετο μάλιστα. Πόσες φορές τα παιδιά έπαιρναν φόρα στην κορυφή της κατηφόρας και έτρεχαν προς τα κάτω με ορμή, με τα χέρια ανοιχτά, ελπίζοντας πως, αν έτρεχαν λίγο πιο γρήγορα, ίσως και να πετούσαν! Εκεί, στη βάση της κατηφόρας, βρισκόταν και το "μαγαζάκι", από όπου ψώνιζαν τα παιδιά κάτι χωνάκια με ροζ ζάχαρη, που έμοιαζαν με παγωτά. Και τα περισσότερα παιδιά είχαν μαζί τους πτυσσόμενα, πλαστικά ποτηράκια, για να πίνουν νερό από την βρύση, αν και η συγκεκριμένη γενιά ήξερε πολύ καλά να πίνει νερό και από το λάστιχο...
     Αλλά όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να τα φανταστεί, βλέποντας αυτό το διώροφο σπίτι. Και όλοι το προσπερνούν αδιάφορα, και ίσως πολλοί θα προτιμούσαν να γκρεμιστεί, και να χτιστεί στη θέση του ένα σύγχρονο σπίτι με μεγάλα μπαλκόνια, με κήπο και υπόγειο γκαράζ.
     Κι όμως, αυτοί που ξέρουν και αυτοί που το θυμούνται, πάντα το χαϊδεύουν νοσταλγικά με το βλέμμα τους. Επειδή, το πιο σίγουρο πράγμα στον κόσμο είναι ότι το σχολείο δεν είναι μόνο τοίχοι, και αίθουσες, και αυλές. Το σχολείο είναι, πάνω απ'όλα, ψυχές. Ψυχές που ανοιγοκλείνουν τα φτεράκια τους, ανυπομονώντας να πετάξουν. Ψυχές που χρειάζονται δυνατά φτερά, αλλά και λίγο αεράκι κάτω από αυτά. Κι ας γίνονται όλα αυτά σε ένα απλό, ταπεινό διώροφο.    


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Βαρύ το τίμημα

  
     - Ε, τι σπρώχνεις; ρώτησε ο πιο μικρόσωμος.
     - Δεν σπρώχνω, αλλά πήγαινε πιο πέρα, δεν βλέπεις ότι δε χωράμε; του απάντησε ο άλλος.
     - Πώς δε χωράμε, τόσο χώρο έχετε από εκεί, επέμεινε αυτός.
     - Βρε, δεν καταλαβαίνεις τι σου λένε; Δε χωράμε.
     - Είπα μην σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Δεν σπρώχνω.
     - Σπρώχνεις!
     - Ε, ναι, λοιπόν, σπρώχνω, αφού δεν καταλαβαίνεις! Κάτσε στη μεριά σου, τόσο χώρο έχεις από εκεί!
     - Δε με βολεύει από εδώ, γιατί δεν έρχεστε εσείς;
     - Εμάς η θέση μας είναι από εδώ, είπαν με ένα στόμα και οι υπόλοιποι τρεις, από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο, δε θέλουμε να αλλάξουμε. Να κάτσεις εκεί που είσαι!
     - Έτσι λένε όλοι οι βολεμένοι, είπε προκλητικά.
     - Ποιον είπες βολεμένο, βρε αλήτη; Έχε χάρη που είσαι μια χαψιά και φοβάμαι μη σε ισοπεδώσω, αλλιώς θα σου'λεγα...
     - Αφήστε τον, βρε παιδιά, δεν βλέπετε ότι πάει γυρεύοντας για καυγά;
     - Ποιον θα ισοπεδώσεις, βρε καραγκιόζη;
     - Έλα, τώρα, σταμάτα, εντάξει, το έκανες το κομμάτι σου, γύρνα στη θέση σου και δεν έγινε τίποτα...
     - Μωρέ τι μας λες; Δεν πάω πουθενά, εσείς να πάτε πιο πέρα! Και σταμάτα να με σπρώχνεις, είπα!
     - Δηλαδή, τώρα τι θέλεις; Να μαλώσουμε θέλεις;
     - Τόση ώρα, δηλαδή, τι κάνουμε, δε μαλώνουμε; Χέστη!
     - Ποιον είπες χέστη, ρε; Παρ'το πίσω!
     - Δεν παίρνω πίσω τίποτα!
     - Μαλώνεις, ρε;
     - Τι;
     - Ρωτάω αν μαλώνεις.
     - Ναι, ρε, μαλώνω, γιατί, τι θα μου κάνεις;
     - Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω!
     Και προτού ξαναπαντήσει ο άλλος, του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο.
     - Στο πρόσωπο, βρε γελοίε; Στο πρόσωπο; Τώρα θα δεις!
     Και του έδωσε μία κλωτσιά.
     - Σου άρεσε; 
     Αντί απάντησης, ο άλλος του έδωσε μία γροθιά στην κοιλιά. Και το γρονθοκόπημα συνεχίστηκε εκατέρωθεν αρκετή ώρα.
     - Κοίτα τι μου έκανες! άρχισε να διαμαρτύρεται ο πιο μικρόσωμος. Γέμισα καρούμπαλα!
     - Αυτό να το σκεφτόσουν προτού τα βάλεις μαζί μου, μάγκα του γλυκού νερού...
     - Ωχ-ωχ-ωχ! το κεφαλάκι μου, θα χρειαστώ επίδεσμο, να δεις που έπαθα διάσειση...
     - Βάλε επίδεσμο, βάλε βραχιόλι, βάλε τιάρα, αρκεί να μείνεις στη μεριά σου, επιτέλους!
     - Θα πάω όπου μου αρέσει, κι αν θέλεις ξαναχτύπα με, δε σε φοβάμαι!
     - Φαίνεται, το ξύλο που έφαγες δε σου έγινε μάθημα, είπε ο άλλος και τον κοίταξε απειλητικά.
     Αυτές τις κουβέντες άκουσε και η Πίπη και αποφάσισε να επέμβει.
     - Ησυχία και οι δυο σας! είπε.
     - Μα... ξεκίνησε να λέει κάτι ο ένας.
     - Δεν έχει μα, απάντησε η Πίπη. Δεν ντρέπεστε, να παλεύετε σαν τους αλήτες;
     - Αυτός φταίει, είπε ο ένας και έδειξε τον άλλον.
     - Αυτός φταίει, είπε και ο άλλος και έδειξε αυτόν.
     - Σταματήστε, δε θέλω να σας ακούω, είπε η Πίπη. Και για να είμαι σίγουρη ότι δε θα με ξαναενοχλήσετε, θα σας χωρίσω.
     Είπε και έβαλε ένα διαχωριστικό ανάμεσά τους. Δεν το έβαλε, όμως, στον πιο μεγαλόσωμο, το έβαλε στον πιο μικρόσωμο. Κι αυτό, επειδή η Πίπη δεν είναι χαζή. Και ξέρει πολύ καλά, ότι για τον κάλλο στο μικρό της δαχτυλάκι ευθύνεται το ίδιο το μικρό το δαχτυλάκι και κανένας άλλος. 
     - Καλά να πάθεις! είπαν τα υπόλοιπα δάχτυλα στο μικρό το δαχτυλάκι.
     - Δε θα μου φύγει το καρούμπαλο; Θα δείτε! είπε αυτό.
     - Σιωπή! είπε και η Πίπη.
     Επειδή η Πίπη έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Θέμα γραναζιού


     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου κάθε μέρα είναι γιορτή. Βλέπετε, ο γερο-Χρόνος κατοικεί μαζί με τις τέσσερεις γυναίκες του, τις Εποχές, με όλα του τα παιδιά, τους Μήνες, και με όλα του τα εγγόνια, τις Μέρες. Ευτυχώς που το σπίτι του είναι τεράστιο, με πολλούς ορόφους και αμέτρητα δωμάτια, αλλιώς δε θα χωρούσαν τόσοι νοματαίοι...
     Στο σπίτι του γερο-Χρόνου υπάρχει και ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Είναι ένα τεράστιο δωμάτιο, γεμάτο ρολόγια. Για να μπεις μέσα σε αυτό το δωμάτιο πρέπει να φορέσεις ωτασπίδες, αλλιώς σε ξεκουφαίνουν τα δεκάδες τικ-τακ. Επειδή τα ρολόγια είναι πολύ ευαίσθητα, κανείς δεν μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με τα ρολόγια, μόνο η καθαρίστρια μπαίνει κάθε μέρα και τα ξεσκονίζει. Η καθαρίστρια δε φοράει ωτασπίδες. Δεν της χρειάζονται, αφού είναι κουφή.
     Κανένα ρολόι δεν είναι ίδιο με τα υπόλοιπα και όλα έγιναν ύστερα από ειδική παραγγελία. Ο γερο-Χρόνος παράγγελνε ένα ρολόι κάθε φορά που αποκτούσε μία εγγονούλα, και γι'αυτό όλα τα ρολόγια είναι σημαντικά γι'αυτόν.
     Σήμερα, όμως, ξημέρωσε μια δύσκολη μέρα για το σπίτι του γερο-Χρόνου. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για τη γιορτή της 15ης Ιανουαρίου, τίποτα δεν πήγαινε όπως θα έπρεπε. Τα μπαλόνια για το πάρτυ ξεφούσκωναν αμέσως, η σαντιγύ για την τούρτα νερούλιαζε, τα αναψυκτικά στο ψυγείο αντί να παγώνουν έβραζαν, το φόρεμα της 15ης Ιανουαρίου ξηλώθηκε, τα μαλλιά της δεν έστρωναν...
     Η 15η Ιανουαρίου έβαλε τα κλάματα. Το πάρτυ της θα τιναζόταν στον αέρα. Τι θα έτρωγαν οι καλεσμένοι; Τι θα έπιναν; Πώς θα την έβλεπαν σε αυτά τα χάλια;
     - Παππού! φώναξε. Κοίτα πώς είναι το φόρεμά μου! Πώς θα κάνουμε τη γιορτή μου σήμερα;
     - Κύριε, είπε μία μαγείρισσα που εκείνη την ώρα είχε μπει στο δωμάτιο, η μαγιονέζα έκοψε. Είναι η δέκατη που μου κόβει σήμερα!
     - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, μόλις έσπασαν όλα τα γλυπτά από πάγο, το πάτωμα του σαλονιού γέμισε παγάκια! Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό!
     - Περίεργα πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, που έτριξε απειλητικά. Τι να συμβαίνει, άραγε;
     Στηριζόμενος στο μπαστούνι του με την ασημένια λαβή, ο γερο-Χρόνος πήγε μέχρι τον τοίχο που βρισκόταν το ημερολόγιο. Αυτό που είδε εκεί, δεν του άρεσε καθόλου.
     - Μα, η ημερομηνία δεν είναι σωστή, είπε, εδώ δείχνει 14 Ιανουαρίου!
     Ο γερο-Χρόνος έπιασε το χαρτάκι που έγραφε 14 Ιανουαρίου και το έσκισε. Μα, μόλις το έσκισε, το χαρτάκι πέταξε από το χέρι του και ξανακόλλησε επάνω στο ημερολόγιο!
     - Μυστήρια πράγματα! είπε ο γερο-Χρόνος.
     Και ξανάσκισε το χαρτάκι. Και εκείνο ξαναπέταξε πίσω στη θέση του. Από το σαλόνι ακούστηκαν τα γοερά κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που έβλεπε το πάτωμα γεμάτο παγάκια.
      - Κύριε, είπε και μια υπηρέτρια, που έμοιαζε να είχε δει φάντασμα, τα λουλούδια από τα βάζα πέταξαν και γύρισαν στο θερμοκήπιο!
     Και τότε ο γερο-Χρόνος κατάλαβε.
     - Φωνάξτε το ρολογά! είπε.
     Και ο ρολογάς ήρθε, κρατώντας ένα βαλιτσάκι με τα σύνεργά του.
     - Ένα ρολόι έχει σταματήσει, του είπε ο γερο-Χρόνος. Πρέπει να το βρεις και να το φτιάξεις, αλλιώς δε θα έρθει ποτέ η επόμενη μέρα.
     - Μην ανησυχείτε, κύριε, είπε ο ρολογάς, και δεν υπάρχει ρολόι που να μην μπορώ να επισκευάσω.
     Από μέσα ακούγονταν τα κλάματα της 15ης Ιανουαρίου, που σίγουρα θα είχε ανακαλύψει κάποια καινούργια καταστροφή.
     - Μόνο βιάσου, σε παρακαλώ, αυτή η εγγονή μου είναι πολύ κλαψιάρα και δεν την αντέχω.
     Ο γερο-Χρόνος οδήγησε το ρολογά έξω από το δωμάτιο με τα ρολόγια και του έδωσε δύο ωτασπίδες.
     - Θα τις χρειαστείς, του είπε.
     Ο ρολογάς φόρεσε τις ωτασπίδες και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Έμεινε έκθαμβος από το πλήθος και την ομορφιά αυτών των ρολογιών, που ήταν στολισμένα με κάθε λογής παραστάσεις.
     - Ποιο είναι το χαλασμένο ρολόι; είπε δυνατά, αφού δεν άκουγε με τις ωτασπίδες.
     - Δε θυμάμαι ποιο απ'όλα, είπε με νοήματα ο γερο-Χρόνος. Βλέπεις, είναι πάρα πολύς καιρός που τα αγόρασα.
     Και ο ρολογάς βάλθηκε να ψάχνει το χαλασμένο ρολόι ανάμεσα σε όλα εκείνα τα θαυμάσια ρολόγια και κάθε τρεις και λίγο ξεχνούσε τον σκοπό του και απόμενε να θαυμάζει...
     - Αργείς ακόμα; του είπε ο γερο-Χρόνος ύστερα από λίγο. Η εγγονή μου κοντεύει να πάθει υστερία...
     - Είναι δύσκολο να το εντοπίσω χωρίς να ακούω, είπε και ο ρολογάς και συνέχισε το ψάξιμο.
     Και ύστερα από αρκετό ψάξιμο και πολύ περισσότερο χάζεμα, ο ρολογάς το εντόπισε το χαλασμένο ρολόι. Ήταν ένα ρολόι με χρυσό περίβλημα, και μια παράσταση χιονισμένου τοπίου επάνω. Μόνο που οι νιφάδες του χιονιού είχαν σταματήσει να πέφτουν.
     - Αυτό είναι! είπε ο ρολογάς και ξεκρέμασε το ρολόι από τον τοίχο.
     Και το άνοιξε, και φόρεσε στο μάτι του το μεγεθυντικό του φακό, και άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα γραναζάκια και τα ελατήρια του ρολογιού. Και ανακάλυψε ότι ένα μικρό, τόσο δα, γραναζάκι, είχε χάσει μερικά δοντάκια.
     - Πού τα έχασες τα δόντια σου; ρώτησε ο ρολογάς το γραναζάκι.
     Εκείνο κατέβασε το κεφάλι του και ντροπιασμένο ομολόγησε ότι έτρωγε πολλά γλυκά και δεν έπλενε τα δόντια του πριν πάει για ύπνο.
     - Δεν το ξέρεις ότι αυτός είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να χάσεις τα δόντια σου; του είπε ο ρολογάς και έβαλε στο γραναζάκι μέσα στο κουτί με τα άρρωστα γρανάζια.
     Ύστερα έβγαλε από την τσάντα του ένα άλλο γρανάζι.
     - Ποια είναι η πρώτη φροντίδα το πρωί και η τελευταία το βράδυ; το ρώτησε.
     - Το πλύσιμο των δοντιών! είπε δυνατά το γρανάζι και χαμογέλασε, δείχνοντας όλα τα δόντια του.
     - Κοίτα να με βγάλεις ασπροπρόσωπο, είπε ο ρολογάς και τοποθέτησε το γρανάζι στη θέση του φαφούτικου.
     Ύστερα, ξαναέβαλε, ένα-ένα, όλα τα γρανάζια και τα ελατήρια που είχε το ρολόι, το έκλεισε και το κούρδισε. Και οι νιφάδες του χιονιού άρχισαν να πέφτουν στο χιονισμένο τοπίο και ήταν μια μαγεία!
     Ο ρολογάς κρέμασε το ρολόι πίσω στη θέση του και βγήκε από το δωμάτιο των ρολογιών.
     - Κουράστηκα, αλλά τα κατάφερα, είπε στο γερο-Χρόνο.
     - Για να δούμε, είπε και ο γερο-Χρόνος και πήγε στο ημερολόγιο.
     Και προς μεγάλη του χαρά, το ημερολόγιο έδειχνε 15 Ιανουαρίου.
     - Επιτέλους! είπε.
     Ο γερο-Χρόνος τέντωσε το αυτί του να ακούσει. Ησυχία! Το σπίτι είχε επιστρέψει στην ομαλότητα.
     - Παππού! ακούστηκε η φωνή της 15ης Ιανουαρίου και ο γερο-Χρόνος τινάχτηκε ανήσυχος.
     - Τι τρέχει πάλι; είπε.
     - Πώς σου φαίνεται το φόρεμά μου; ρώτησε η εγγονή του. Δεν είναι πολύ ωραίο;
     - Ωραίο είναι.
     - Και τα μαλλιά μου πώς σου φαίνονται;
     - Ωραία.
     - Όλα είναι έτοιμα, παππού. Και το σαλόνι είναι πολύ όμορφα στολισμένο, με πολύχρωμα μπαλόνια και με γλυπτά από πάγο, και τα βάζα είναι γεμάτα με λουλούδια. Και τα φαγητά είναι όλα πεντανόστιμα, αν πεις, δε, για την τούρτα...υπέροχη! Μα, εσύ, παππού, ακόμα δεν ντύθηκες, πώς θα υποδεχτούμε τους καλεσμένους; Βιάσου, όπου να'ναι έρχονται!
     Και ο γερο-Χρόνος ξανασηκώθηκε από την πολυθρόνα του και βιάστηκε να πάει να αλλάξει, αλλιώς ποιος την ακούει την γκρινιάρα τη 15η Ιανουαρίου;